Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιος κατέχει δημόσιο βήμα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχουν στιγμές στη διάρκεια μιας φιλικής συνάντησης, στο απρόσμενα ευχάριστο περιβάλλον ενός συνοικιακού καφενείου, που η συζήτηση κορυφώνεται σε μία έκλαμψη. Και τότε, ανάμεσα στα καθημερινά, στα επαγγελματικά, στις διακοπές από κλήσεις στα κινητά, στην παραγγελία του καφέ, προκύπτει, σχεδόν αβίαστα, και πάντα αμετάκλητα, το μεγάλο θέμα. Ποιος παράγει σήμερα τον δημόσιο λόγο;

Δεν το φανταζόμουν, αν και θα έπρεπε να είμαι περισσότερο υποψιασμένος, δεδομένης της ψυχικής καλλιέργειας και του εύρους ενδιαφερόντων του συνομιλητή μου, αλλά ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα όχι τόσο από το ερώτημα αλλά από το πάθος. Και η έξαψη γεννιόταν από τη διαπίστωση του συνομιλητή μου ότι ο λόγος της γενιάς τους δεν αποτελούσε ούτε καν ψηφίδα σε αυτό που λέμε δημόσια σφαίρα. Είχε όλα τα εφόδια. Μακρά ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, ερευνητικό έργο, πλήθος εμπειριών τα τελευταία 50 χρόνια ενεργού ενήλικης ζωής. Αλλά όλα αυτά εντός επιστημονικού θερμοκηπίου. Η κοινωνία ήταν έξω.

Ακουγα όσα έλεγε χωρίς να εκφράζει παράπονο για τον εαυτό του (δεν είχε λόγο άλλωστε) αλλά μόνο θλίψη για την κατρακύλα της κοινωνίας. Και σταδιακά, όπως συμβαίνει στις ταινίες, η φωνή του υποχωρούσε και φούντωνε η ένταση του δικού μου εσωτερικού μονόλογου. Σκεφτόμουν όλους αυτούς που θα μπορούσαν να αρθρώσουν έναν ενδιαφέροντα δημόσιο λόγο αν τους καλούσαν τα ΜΜΕ, αν τους καλούσαν σε σχολεία, αν τέλος πάντων η ευρύτερη κοινωνία έδειχνε ότι είχε συνείδηση πως υπάρχουν σπουδαίοι Ελληνες, που σήμερα ζουν παροπλισμένοι, λίγο πολύ στα αζήτητα. Αναπόφευκτα, σκεφτόμουν εκείνους που ήταν νέοι ή πολύ νέοι το 1970 και το 1980, ακόμη και το 1990, και που η συσσώρευση της εμπειρίας τους δεν φαίνεται να συγκινεί σήμερα παρά ελάχιστους. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ώριμων σε ηλικία σκεπτόμενων Ελλήνων, καλλιεργημένων και με βαθιά φιλοπατρία, που η σύγχρονη χώρα τούς θεωρεί αόρατους.

Αν ερχόταν κάποιος στην Ελλάδα για πρώτη φορά ή έπειτα από πολυετή απουσία και επιχειρούσε να κρίνει τη χώρα σταθμίζοντας την ποιότητα του παραγόμενου δημόσιου λόγου, τότε με δυσκολία θα μπορούσε να μιλήσει για στοιχειωδώς πολιτισμένη κοινωνία. Δεν θα μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει για τη δυσμενή αυτή κρίση, πόσο μάλλον να τον κρίνει για μεροληψία, αλλά σαφέστατα θα έμενε η πικρή γεύση από τη διαπίστωση ότι ο δημόσιος λόγος έχει αφεθεί σε λάθος ανθρώπους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ