ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Αγκάθι» στην αξιολόγηση παραμένουν τα ενεργειακά

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Τη Δευτέρα ξεκινάει νέος γύρος διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντιμέτωπος με την τελευταία κόκκινη γραμμή που έχει θέσει η κυβέρνηση για τις μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ενέργειας, που δεν είναι άλλη από την ποικιλοτρόπως και ηχηρά διατυπωμένη διαβεβαίωση περί της παραμονής των υδροηλεκτρικών υπό τον έλεγχο της ΔΕΗ αλλά και με μικρότερης πολιτικής εμβέλειας δεσμεύσεις, όπως για παράδειγμα ότι δεν θα δεχθεί καμία νέα επιβάρυνση στο ΕΤΜΕΑΡ (πρώην τέλος ΑΠΕ) θα βρεθεί ο υπουργός Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης την προσεχή Δευτέρα στη συνάντηση που θα έχει με τους θεσμούς στο Χίλτον.

Τα ενεργειακά θέματα δεν έχουν κλείσει σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων. Η ενεργειακή ατζέντα των θεσμών κατά την έλευσή τους στην Αθήνα είναι αρκετά δύσπεπτη για την ελληνική πλευρά, καθώς ανοίγει θέμα πρόσβασης τρίτων στην υδροηλεκτρική παραγωγή της ΔΕΗ και παράλληλα στέλνει τον λογαριασμό από τα ελλείμματα των ΑΠΕ, τα οποία υπολογίζονται περί τα 250 εκατ. ευρώ ετησίως απευθείας στους καταναλωτές. Η ελληνική πλευρά κάθε άλλο παρά ανυποψίαστη για τη σκληρή στάση των θεσμών είναι, αφού τα θέματα απασχόλησαν όλο το προηγούμενο διάστημα τις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων. Αυτό που μένει να φανεί είναι τα περιθώρια ευελιξίας που θα μπορούσε να πετύχει ο κ. Σταθάκης στο πλαίσιο της ευρύτερης διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης.

Η πρόσβαση τρίτων στην υδροηλεκτρική παραγωγή της ΔΕΗ μπαίνει από τους θεσμούς στο τραπέζι στο πλαίσιο της αξιολόγησης των ΝΟΜΕ (δημοπρασιών λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής ισχύος), λαμβάνοντας υπόψη δύο παράγοντες. Πρώτον, την απόκλιση της μείωσης των μεριδίων της ΔΕΗ από τους ενδιάμεσους στόχους και δεύτερον, την πορεία της αποεπένδυσης, όπως έχει συμφωνηθεί στο μνημόνιο. Οι θεσμοί έχουν αποδεχθεί την πρόταση Σταθάκη για περιορισμό των δημοπρατούμενων ποσοτήτων μέσω των ΝΟΜΕ, δεδομένου ότι η λιγνιτική παραγωγή της ΔΕΗ θα μειωθεί μετά την πώληση των μονάδων Φλώρινας και Μεγαλόπολης. Εκτιμούν, ωστόσο, ότι η πρόσβαση τρίτων στον λιγνίτη δεν αποτελεί επαρκές εργαλείο για την ενίσχυση του ανταγωνισμού και προτείνουν την αναβάθμιση του ρόλου των υδροηλεκτρικών στις δημοπρασίες, δηλαδή διάθεση αυξημένων ποσοτήτων από το 6% της υδροηλεκτρικής ισχύος που διατίθενται σήμερα.

Την πρόταση των θεσμών συμμερίζεται και η πλευρά της αγοράς. «Εάν σήμερα η Επιτροπή έβγαζε μια απόφαση για τον ανταγωνισμό, θα αφορούσε τα νερά», αναφέρουν χαρακτηριστικά παράγοντες της αγοράς ηλεκτρισμού. Ενα παράπλευρο των ΝΟΜΕ και της ολοκλήρωσης της αποεπένδυσης, θέμα που απασχολεί την κυβέρνηση, τη ΔΕΗ και τις αρμόδιες αρχές αλλά κυρίως την ενεργοβόρο βιομηχανία και αναμένεται να τεθεί στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς, είναι το κόστος ρεύματος για την ενεργοβόρο βιομηχανία. Η ΔΕΗ παρείχε στις επιχειρήσεις υψηλής τάσης και μέσης τάσης με μεγάλες καταναλώσεις εκπτώσεις, δεδομένου ότι ήταν η μοναδική επιχείρηση στην αγορά ηλεκτρισμού με μείγμα καυσίμου στην ηλεκτροπαραγωγή που περιελάμβανε και λιγνίτη. Μετά την πώληση των μονάδων και εφόσον το «πλεονέκτημα» αυτό καταργείται, δεν μπορεί να παρέχει εκπτώσεις και αναζητείται λύση αποδεκτή από τους θεσμούς ώστε να μην εκτιναχθεί στα ύψη το κόστος ρεύματος για τη βιομηχανία.

Το δεύτερο κρίσιμο θέμα που θέτουν πιεστικά οι θεσμοί είναι η πλήρης κατάργηση του ΠΧΕΦΕΛ, του τέλους δηλαδή που επιβλήθηκε με νόμο το 2015 στους προμηθευτές ρεύματος για την κάλυψη του ελλείμματος των ΑΠΕ.

Για τους θεσμούς είναι εδραιωμένη η άποψη ότι το τέλος προμηθευτή επιβαρύνει τους προμηθευτές ενέργειας και λειτουργεί ως τροχοπέδη για το άνοιγμα της αγοράς και γι’ αυτό απαιτούν την κατάργησή του και την κάλυψη του ελλείμματος των ΑΠΕ μέσω της αύξησης του ΕΤΜΕΑΡ. Το έλλειμμα υπολογίζεται σε ετήσια βάση περί τα 250 εκατ. ευρώ και αυτό που ο κ. Σταθάκης θα επιδιώξει στη συνάντηση της Δευτέρας είναι μια μέση λύση. Να παραμείνει δηλαδή σε ισχύ για το 2018 η πρόσφατη ρύθμιση που μειώνει το ΠΧΕΦΕΛ σε ποσοστό 35% και να καλυφθεί μέρος του ελλείμματος μέσω άλλων εργαλείων, όπως τα έσοδα από τη δημοπράτηση ρύπων και το 2019 να αντικατασταθεί από τα πράσινα πιστοποιητικά, αφού έχει δεσμευθεί ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί το ΕΤΜΕΑΡ και να επιβαρυνθούν οι καταναλωτές ρεύματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ