ΜΟΥΣΙΚΗ

Αμήχανη συναυλία για τα 75 χρόνια της Κρατικής

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Το «Αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν έπαιξε ο Ανατόλ Ουγκόρσκι στην επετειακή συναυλία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Τα 75 χρόνια της γιόρτασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με μία συναυλία στις 4 Μαΐου στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Το πρόγραμμα περιλάμβανε μία νέα σύνθεση του Γιώργου Κουρουπού, παραγγελία της ορχήστρας, δύο έργα του Νίκου Σκαλκώτα και το «αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο του Μπετόβεν με σολίστα τον Ρώσο πιανίστα Ανατόλ Ουγκόρσκι.

Για το πρόγραμμα μιας επετειακής συναυλίας ο καθένας μπορεί να εκφράζει απόψεις σχετικά με το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλο, τι εκφράζει τον φορέα, την ιστορία και το μέλλον του. Βέβαιο είναι πως η συγκεκριμένη βραδιά όφειλε να αποτελέσει γιορτή για τα γενέθλια της πρώτης ορχήστρας της χώρας. Και δεν ήταν, καθώς απουσίαζαν οι... καλεσμένοι. Η αίθουσα, σε ό,τι αφορά την (περιορισμένη) πληρότητά της, είχε την εικόνα μιας οποιασδήποτε άλλης τακτικής συναυλίας της Κρατικής, παρά την παρουσία πολλών προσκεκλημένων πρώην εργαζομένων στην ορχήστρα, αρκετοί από τους οποίους έφυγαν στο διάλειμμα!

Κυρίως, όμως, δεν υπήρξε εκπροσώπηση της πολιτείας και της κυβέρνησης, στο επίπεδο που αρμόζει στην πλέον ιστορική ορχήστρα της χώρας. Το πιθανότερο είναι πως οι επίσημοι θα συρρεύσουν τον Ιούλιο στη συναυλία της Κρατικής με τους Scorpions. Διαφημίστηκε, άλλωστε, και από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ορχήστρας ως μία από τις σημαντικές στιγμές της (...του μέλλοντος!) σε βίντεο με θέμα την ιστορία της ορχήστρας, το οποίο περιορίστηκε στο παρόν και δεν βρήκε απολύτως τίποτε να πει για το παρελθόν, από αγωνία, όπως ειπώθηκε, μην ξεχαστεί κάτι. Θλίψη...

Πορτρέτο του Μητρόπουλου

Η συναυλία ξεκίνησε με τις «Επτά αθάνατες αρετές» του Γιώργου Κουρουπού, «θέμα και παραλλαγές σ’ ένα θέμα του Δημήτρη Μητρόπουλου» σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση. Εργο για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, όπως εξηγεί ο συνθέτης, είναι εμπνευσμένο από στοιχεία της προσωπικότητας του σπουδαίου Ελληνα συνθέτη και αρχιμουσικού, την πνευματικότητα, την ευαισθησία, την τόλμη, την ταπεινοφροσύνη, την επιμονή, την ολιγάρκεια και τη γενναιοδωρία. Για καθένα ο Κουρουπός δημιούργησε μία ηχητική εικόνα, αξιοποιώντας με τέχνη και φαντασία τις διαφορετικές ομάδες της ορχήστρας, τα έγχορδα, τα πνευστά και ιδιαίτερα τα κρουστά. Το αποτέλεσμα ήταν επτά σύντομα επεισόδια, που διέφεραν καθοριστικά ως προς τη διάθεση και το ύφος, όσο οι διαφορετικές όψεις του χαρακτήρα ενός προσώπου: ανάλαφρες και περιπαικτικές ενότητες έδιναν τη θέση τους σε άλλες, σκοτεινές, επίσημες έως πένθιμες.

Κεντρικό έργο της επετειακής βραδιάς ήταν το Πέμπτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Ο 75χρονος Ανατόλ Ουγκόρσκι εμφανίστηκε σχεδόν ως σκιά του ένδοξου εαυτού του. Από τις πρώτες νότες φάνηκε ότι διέθετε το μέγεθος, όπως επίσης την καθαρότητα του ήχου και ήταν εμφανώς εξοικειωμένος με την αισθητική της μουσικής.

Παραβλέποντας τη βαριεστημένη απόδοση, από τη διαύγεια και την ευκρίνεια ορισμένων περασμάτων, φανταζόταν κανείς πώς θα ηχούσε η ερμηνεία του σε άλλες εποχές. Στη συγκεκριμένη συναυλία η δεξιοτεχνία τον πρόδωσε αρκετές φορές κυρίως στο τρίτο μέρος, όπου οι νότες που ξέφευγαν δημιουργούσαν επιπλέον ρυθμικά ζητήματα. Η Κρατική, υπό τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού της διευθυντή Στέφανου Τσιαλή, έδωσε μια πρωσικής αδρότητας ερμηνεία, ειδικά στο πρώτο μέρος, με την ένταση σταθερά στα άνω όρια, ειδικά στα εδάφια που δεν συνόδευε τον πιανίστα. Συνολικά καλύτερα πήγε το δεύτερο μέρος, εξ ορισμού χαμηλόφωνο, το οποίο όμως έχει άλλου είδους ερμηνευτικές απαιτήσεις, προκειμένου να αναδειχτεί η λυρική του διάσταση. Ο Ουγκόρσκι αποζημίωσε το κοινό με μια εκτός προγράμματος ποιητική ερμηνεία του «Πρελούδιου και Νυκτερινού για το αριστερό χέρι» του Αλεξάντρ Σκριάμπιν.

Παρήγορος Σκαλκώτας

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς ήταν αφιερωμένο στον Νίκο Σκαλκώτα. Ξεκίνησε με μία μάλλον περιττή συντομότατη μουσική σελίδα, το «Αρχαίο ελληνικό εμβατήριο», που είχε γραφεί το 1946/7 για μια από τις παρελάσεις των ομάδων του Λυκείου Ελληνίδων, ντυμένων ώστε να αντιπροσωπεύουν τις «κυριότερες περιόδους του ελληνικού πολιτισμού». Το έργο αντανακλά τη γνώση αλλά και τις πεποιθήσεις της εποχής σχετικά με τη μουσική των κλασικών χρόνων.

Εργο τελείως διαφορετικών προθέσεων, η «Μικρή συμφωνία» σε σι ύφεση μείζονα του Σκαλκώτα, έκλεισε τη βραδιά. Σύνθεση του 1948 ήρθε στο φως το 2005 χάρη στον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή, ο οποίος πραγματοποίησε την πρώτη εκτέλεση και ηχογράφησή της ενώ, πρόσφατα πάλι, την υπερασπίστηκε σε αίθουσα συναυλιών (βλ. «Κ» 25.6.2017). Την κριτική έκδοση του μουσικού υλικού πραγματοποίησε ο μουσικολόγος Γιάννης Σαμπροβαλάκης. Η πολυεπίπεδη παρτιτούρα, η οποία θέτει σε διάλογο δημοτικοφανή μουσικά θέματα στο πλαίσιο ενός έργου κεντροευρωπαϊκής μουσικής χαρακτηριστικής των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, ανάλογου αυτών του Χίντεμιτ και του Σοστακόβιτς, η δύναμη και η ορμή των εμβατηριακών τμημάτων, η ευρηματική ενορχήστρωση, η εναλλαγή διαθέσεων από το μελαγχολικό τραγούδι του δεύτερου μέρους έως τη φρενήρη, εκστατική εκπυρσοκρότηση του τελευταίου, έχουν ανάγκη από περαιτέρω αποκωδικοποίηση και εξοικείωση. Είναι, πάντως, παρήγορο ότι το έργο αποδόθηκε από την Κρατική και θα άξιζε να ενταχθεί στο βασικό της ρεπερτόριο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ