ΠΟΛΗ

Μικροί δρόμοι και σιωπηλά σπίτια στον Βοτανικό

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Κορυτσάς 34, στον Βοτανικό. Η λαϊκή απόδοση της αρ ντεκό στις συνοικίες κάτω από τις γραμμές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Π​​λησίασα αυτό το γωνιακό σπίτι που έβλεπα μπροστά μου όπως πλησιάζει κανείς κάτι άγνωστο, κάτι παράδοξο, κάτι που αξίζει να ερευνηθεί. Τα ανιχνευτικά βήματά μου στον Βοτανικό με είχαν οδηγήσει στην οδό Κορυτσάς και στον αριθμό 34 αντίκρισα αυτό το μονώροφο σπίτι. Είχα ήδη προσπεράσει αρκετά, άλλα χωμένα μέσα σε αυλές, άλλα μισογκρεμισμένα και άλλα, πιο λίγα αυτά, συγκινητικά νοικοκυρεμένα.

Αλλά το σπίτι που είχε επιβραδύνει το βήμα μου ήταν ένα σπίτι χτισμένο τη δεκαετία του ’30, και στη μορφή που το έβλεπα τώρα, έτσι ακατοίκητο με τους λογαριασμούς που είχε αφήσει ο ταχυδρόμος να είναι τσακισμένοι και σκονισμένοι στο κατώφλι, έμοιαζε εντυπωσιακά μόνο, σε μια μοναξιά τυλιγμένη με εκείνο το βαθύ γαλάζιο σχεδόν πετρόλ που έβαφε την πρόσοψη. Μου θύμιζε εκείνα τα πατητά χρώματα, τα πηχτά ροζ και τα ξεπλυμένα βεραμάν, που έβλεπε κανείς παλιά στις πιο λαϊκές συνοικίες. Και καθώς περιεργαζόμουν το σπίτι, με το αρτιφισιέλ στη βάση και με τον σοβά σε δύο ζώνες να σκάει και να βγάζει χώμα και πέτρα, είδα την εξώθυρα, χωμένη κάτω από το στέγαστρό της.

Τρία σκαλοπάτια ανεβαίνεις για να φτάσεις στη σιδερένια πόρτα με τα γεωμετρικά μοτίβα της αρ ντεκό. Σάστισα για λίγο, καθώς στο σημείο αυτό του Βοτανικού, σε αυτήν την τόσο γοητευτική –μέσα στον δικό της ξεχασμένο κόσμο– οδό Κορυτσάς, έβλεπα ξεκάθαρα μπροστά μου τη διάχυση μιας αισθητικής αντίληψης από το κέντρο της Αθήνας στη λαϊκή γειτονιά. Ηταν συγκινητικό και θυμήθηκα τις αναρίθμητες εκδοχές από αυτές τις σιδερένιες πόρτες, που κράτησαν ώς το ’60 και που πολλοί τα παλιά χρόνια περιφρονούσαν ως «λαϊκές» και «ασήμαντες» καθώς γνώριζαν τις περίτεχνες πόρτες του αθηναϊκού μοντερνισμού στο Κολωνάκι, στην Ακαδημίας, στην Κυψέλη.

Αλλά να, που εδώ στην οδό Κορυτσάς 34, στον Βοτανικό, μια ώρα προχωρημένου απογεύματος, με τον ήλιο να βάφει απαλά τα σπίτια, είδα αυτή τη γλυκιά αθηναϊκή ώσμωση και χειροπιαστή μπροστά μου την ενιαία αθηναϊκή αφήγηση. Αυτό το απλό σπίτι, που στο Google Maps θα το δείτε ανοικτό με μια οικογένεια μεταναστών στο κατώφλι του (εκεί όπου έβλεπα τα ανεπίδοτα γράμματα του ταχυδρόμου), είναι ένα από τα χιλιάδες σπίτια της Αθήνας που θα φύγουν και κανείς δεν θα τα μνημονεύσει. Θα φύγουν σαν άμμος.

Είναι σαν άλλα πολλά που είδα στον Βοτανικό, στην Καστοριάς, στην πεζοδρομημένη οδό Πέλλης, στη Χαλκιδικής, στην Αγίου Ορους, στην Πελαγωνίας, σε δρομάκια με πολλά ξέφωτα, και απρόοπτα, και σπαράγματα ανείπωτης ποίησης, ανάμεσα σε κατεβασμένα ρολά, μοναχικές εισόδους, λουλουδιασμένα παράθυρα, και παρέες ή μοναχικές φιγούρες στη σιγαλιά της γειτονιάς. Αυτά τα σπίτια, που από μόνα τους ελάχιστα θα κρίνονταν ποτέ «άξια διατήρησης», αποκάλυπταν ένα προς ένα εκείνο το άυλο απόθεμα της συνοικιακής ομορφιάς, εκείνο το αταξινόμητο αίσθημα της ζωής που λανθάνει και εκείνη την απροσδιόριστη εντύπωση ενός ευγενούς και γνήσιου βλέμματος. Σε εκείνα τα στενά του Βοτανικού είδα τη δύναμη της συνοικίας, εκείνης που έχει εγκαταλειφθεί και που σώζεται από σκόρπιες χειρονομίες αγάπης. Είδα εκείνα τα όμορφα σπίτια που τα φρόντισαν με εκείνη την ανιδιοτελή πράξη ανταπόδωσης, σκόρπια, λίγα, αλλά ευγενή. Και δίπλα τους, τα πολλά, τα άδεια, τα έρημα, τα μοναχικά. Πίσω από πόρτες κλειστές, κόσμοι ολόκληροι είχαν ήδη κυλήσει στην ανυπαρξία.

Μια επιλογή από αθηναϊκά σημειώματα που έχουν δημοσιευθεί στην «Κ» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, υπό τον τίτλο «Περπατώντας στην Αθήνα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη