Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Τα πρόσωπα είναι οι νέες σελίδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ρόσφατα, ο νομπελίστας Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Στον χαιρετισμό του, όπως διαβάζουμε στον Τύπο, ανέφερε ότι χτίζει πέτρα πέτρα εδώ και 41 χρόνια μέσα από τις λέξεις και τις ιστορίες, τις εμπειρίες και τα βιώματά του, όλα όσα μπορούν να βοηθήσουν ώστε να δημιουργήσουν οι άνθρωποι έναν καινούργιο κόσμο. Ζει μέσα από τα ερεθίσματα και δημιουργεί από όλα όσα βιώνει, μαθαίνει, αισθάνεται. Το γέννημα όλων αυτών, είπε, είναι ότι χτίζει νέες λέξεις. «Είμαι ανοιχτός στις ιστορίες των ανθρώπων και όταν με ρωτούν γιατί γράφω απαντάω πως γράφω γιατί έχω ανάγκη να γράψω, γιατί έχω δίψα για τη ζωή, γιατί μου αρέσει να μυρίζω το χαρτί, γιατί έχω πάθος, γιατί το γράψιμο με κάνει ευτυχισμένο, αλλά και γιατί μαθαίνω όλα όσα με κάνουν να θυμώνω. Γιατί γυρίζω τον κόσμο μέσα από τις σελίδες».

Πριν από λίγες ημέρες επισκέφτηκε τη χώρα μας και ο Βρετανός συγγραφέας Ιαν Μακ Γιούαν στο πλαίσιο της «Αθήνας Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου 2018». Σε συνέντευξή του στην «Κ» (7/05) αναφέρει ότι «...είμαστε ένα μυστήριο για τους ίδιους μας τους εαυτούς, τόσο ενδιαφέρον για τους μυθιστοριογράφους, αλλά τόσο δύσκολο να “διαβαστεί”».

Παραθέτοντας τα αποσπάσματα των δύο συγγραφέων, η σκέψη τους διασταυρώνεται, γιατί ίσως δεν είναι πολύ διαφορετικά αυτά που μπορεί να πει κανείς για τη διαδικασία της γραφής. Παράγοντας –«χτίζοντας» κατά τον Παμούκ– νέες λέξεις μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα προς το «μυστήριο του εαυτού», να «διαβάσουμε», να αποκρυπτογραφήσουμε, να κατανοήσουμε κάπως το δυσπρόσιτο μέσα μας;

Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό, αλλά γειτονεύει με μια ενδιαφέρουσα πρόκληση: τις ιστορίες. Τα τελευταία χρόνια, οι «ρεαλιστικές» αφηγήσεις, στο θέατρο, σε περφόρμανς, σε βίντεο - εγκαταστάσεις, μαζί με την, προγενέστερη χρονικά, έκρηξη του ντοκιμαντέρ (πρώτη ένδειξη της ανερχόμενης ανάγκης να ακουστούν ανθρώπινες «ιστορίες»), πλουτίζουν τη σκέψη και το συναίσθημα. Τροφοδοτούν τον θυμό, τη συγκίνηση, ανοίγουν διαδρομές στη ζωή του καθενός, καλλιεργούν απρόβλεπτους συνειρμούς, ενισχύουν την εκμυστήρευση, την αναμέτρηση, βοηθούν στην κατανόηση, στην επιείκεια, στη συνύπαρξη. Απροσδόκητες επιλογές θεμάτων οδηγούν σε ζυμώσεις από ετερόκλητα υλικά που στην αρχή ξενίζουν, μπορεί και να ενοχλούν, αλλά σε βάθος χρόνου δεν «χτίζουν» μόνο λέξεις αλλά και σχέσεις.

Οσο ο πολιτικός λόγος αποστραγγίζεται και εξαντλείται από την επανάληψη, θυσιάζει το περιεχόμενο στη συνθηματολογία, προαναγγέλει καταστροφές και ερημώσεις, τρέφεται από το μίσος μιας ακραίας αντιπαράθεσης, τόσο οι κοινές, καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες θα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο χώρο στη μέρα, στον χρόνο μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι θέματα που στρέφονται γύρω από τη μνήμη και την Ιστορία έχουν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.

Ποιο αναγνωστικό κοινό, είναι, βέβαια, το συνακόλουθο ερώτημα; Είναι ένα κοινό που διευρύνεται ή συρρικνώνεται; Πώς μπορεί να το πει κάποιος με ασφάλεια; Σε μια εποχή που η διάσπαση της προσοχής αποτελεί πάθηση και αναπτύσσονται μέθοδοι θεραπείας, τι μέλλον έχουν τα βιβλία; Οταν το σκρολάρισμα στην οθόνη του κινητού αποτελεί σταθερή συνήθεια; Οταν, όπου και να στρέψει κανείς το βλέμμα του (σε καφετέριες, μέσα μαζικής μεταφοράς, εστιατόρια, συναντήσεις φίλων, ακόμη και οικογενειακά τραπέζια), βλέπει την ίδια εικόνα, τι περιθώρια υπάρχουν για το βιβλίο να διεισδύσει, αυξάνοντας τους –ό,τι αποκαλούμε– «αναγνώστες»;

Αλλάζουν οι λέξεις και μαζί τους ο κόσμος μας. Η δίψα για λέξεις είναι δίψα για ζωή για τον Παμούκ και το μυστήριο που μας περιβάλλει αποτελεί πρώτη ύλη για τους μυθιστοριογράφους, για τον Μακ Γιούαν. Καθώς αλλάζει η σχέση μας με την ανάγνωση, αλλάζει και η σχέση μας με τον κόσμο. Και μένουν οι «ιστορίες» να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην προφορικότητα που διαχέεται και στη γραφή που εστιάζει. Οι ιστορίες τρυπώνουν παντού, ακόμη κι εκεί που οι άνθρωποι είναι απρόθυμοι να τις ακούσουν. Οι ιστορίες είναι η νέα γραφή, οι νέες λέξεις, οι νέες αναγνώσεις. Λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες, «χτίζουν» κόσμους, καθώς τα πρόσωπα διαδέχονται το ένα το άλλο. Κι αυτά τα πρόσωπα παίρνουν τη θέση των σελίδων· είναι οι νέες σελίδες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ