Ground Euro

Η εποχή των μνημονίων ήταν, εκτός όλων των άλλων, και μία περίοδος επιδείνωσης ενός προβλήματος που διογκώνεται εδώ και δεκαετίες και απειλεί τη χώρα μακροπρόθεσμα με οικονομικό μαρασμό: του δημογραφικού. Το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά μεταπολεμικά που καταγράφηκε μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και τα πέντε επόμενα έτη (2012-6).

Οπως φαίνεται στο διάγραμμα που ακολουθεί, οι τέσσερις βασικές χώρες του νότου της Ευρωζώνης όλες έχουν δείκτες γονιμότητας μεταξύ 1,3 και 1,35 - στα όρια της εξαιρετικά χαμηλής γονιμότητας (lowest low fertility). Αλλά στην περίοδο της κρίσης, την πιο αρνητική τάση μεταξύ των τεσσάρων παρουσιάζουν η Πορτογαλία και η Ελλάδα.

Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για λογαριασμό της «ΔιαΝέοσις» (2016),  το 2050 ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται ότι θα κυμανθεί μεταξύ 8,3 εκατομμυρίων (στο πιο απαισιόδοξο σενάριο) και 10 εκατομμυρίων (στο πιο αισιόδοξο), έναντι 10,75 εκατομμύρια το 2016. Η Ελλάδα γερνάει με ταχείς ρυθμούς: Το 1961 μόλις το 8,3% του πληθυσμού ήταν άνω των 65 ετών. Το 2014 αντίστοιχο ποσοστό ήταν 20,5%. Η διάμεση ηλικία, από 26 έτη το 1951, αυξήθηκε στα 44 έτη το 2016.

Ως το 2050, σύμφωνα με την έρευνα, η διάμεση ηλικία αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω κατά 5-8 έτη. Ο πληθυσμός των παιδιών σχολικής ηλικίας (3-17 ετών), από 1,6 εκατομμύρια σήμερα, μπορεί να πέσει, σύμφωνα με το πιο αρνητικό σενάριο της έρευνας, στο 1 εκατομμύριο. Ο εν δυνάμει οικονομικά ενεργός πληθυσμός (όλοι οι πολίτες ηλικίας 20-69 ετών που δυνητικά θα μπορούσαν να δουλέψουν) θα μειωθεί από 7 εκατομμύρια το 2015 σε 4,8-5,5 εκατομμύρια. Ο πραγματικός οικονομικά ενεργός πληθυσμός θα μειωθεί από 4,7 εκατομμύρια σε 3-3,7 εκατομμύρια. Το ποσοστό των άνω των 65 υπολογίζεται να αυξηθεί στο 30-33% του πληθυσμού και ο δείκτης γήρανσης (άνω των 65 / κάτω των 15) θα αυξηθεί από 1,44 σε 2,04-2,73. Οι συνέπειες των αριθμών αυτών για την ανάπτυξη και το συνταξιοδοτικό είναι δυνητικά συντριπτικές.

Το ιστορικό

Όπως εξηγεί η έρευνα για λογαριασμό της «ΔιαΝέοσις», η αύξηση του πληθυσμού της χώρας κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1951-2010) πέρασε τρεις διακριτές φάσεις. Στην πρώτη (από το 1951 ως τα μέσα της δεκαετίας του '70), οφειλόταν κυρίως στο ιδιαίτερα πλεονασματικό φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις πλην θανάτων), που υπερκάλυπτε τις μεταναστευτικές ροές προς το εξωτερικό. Στη δεύτερη φάση, ως το 1990, οι γεννήσεις παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι μεταναστευτικές εκροές αναστράφηκαν. Στα επόμενα 20 χρόνια, οι γεννήσεις μειώθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα το φυσικό ισοζύγιο ουσιαστικά να μηδενιστεί, αλλά η Ελλάδα έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών: την περίοδο 1991-2001, για παράδειγμα, το φυσικό ισοζύγιο ήταν θετικό κατά μόλις 20.536 άτομα, ενώ η συνολική αύξηση του μόνιμου πληθυσμού έφτασε τα 563.298 άτομα.

Στα χρόνια της κρίσης, οι γεννήσεις συνέχισαν να μειώνονται και οι θάνατοι αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα το φυσικό ισοζύγιο να γίνει αρνητικό. Η κρίσιμη αλλαγή όμως ήταν το νέο κύμα μετανάστευσης στο εξωτερικό: σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, μόνο μεταξύ 2008-2013, 427.000 μόνιμοι κάτοικοι της Ελλάδας έφυγαν για το εξωτερικό. Όσο για τις μεγάλες εισροές μεταναστών και προσφύγων, ειδικά κατά την περίοδο της προσφυγικής κρίσης, οι περισσότεροι δεν παραμένουν στην Ελλάδα - και αυτοί που παραμένουν, μέχρι στιγμής, αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια ένταξης στην οικονομία και τον κοινωνικό ιστό.

Σχόλιο: Βαθύτερα στην παγίδα της χαμηλής γονιμότητας

Της Αλεξάνδρας Τραγάκη*

Η μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ οικονομίας και γονιμότητας έχει, επί μακρόν, απασχολήσει οικονομολόγους και δημογράφους. Ωστόσο, τα αντικρουόμενα εμπειρικά ευρήματα έχουν εμποδίσει τη διατύπωση μιας κοινά αποδεκτής θεωρίας σχετικά με το αν η γονιμότητα ακολουθεί, προηγείται ή κινείται αντίθετα με τον κύκλο της οικονομίας.

Κατά τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, ορισμένες χώρες της Ευρώπης (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) σημείωναν μικρή αλλά σταθερή αύξηση του αριθμού των γεννήσεων, δημιουργώντας ένα κλίμα αισιοδοξίας ως προς τις δημογραφικές προοπτικές της Γηραιάς Ηπείρου. Ύστερα ήρθε η οικονομική κρίση του 2008.

Η ύφεση δεν είχε παντού την ίδια ένταση ούτε την ίδια διάρκεια, ανέκοψε όμως σε όλες σχεδόν τις χώρες την πορεία ανάκαμψης της γονιμότητας. Κατά την περίοδο 2008-2011, σε 22 από τα 28 κράτη μέλη σημειώθηκε μείωση του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα, ενώ ο συνολικός αριθμός γεννήσεων στις Ε.Ε.-28 μειώθηκε κατά 200.000 (3,7%) σε σχέση με την προηγούμενη τετραετία (2004-7). Από το 2013, οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. αρχίζουν σταδιακά να ανακάμπτουν οικονομικά. Κάποιες, λίγες, ανακάμπτουν και δημογραφικά. Η Ελλάδα, έχοντας πλέον συμπληρώσει οκτώ χρόνια βαθιάς ύφεσης, αποτελεί και στο πεδίο αυτό την ευρωπαϊκή εξαίρεση.

Η παρατεταμένη ύφεση, με τις καταγεγραμμένες συνέπειες στη μείωση των θέσεων εργασίας και το ύψος των αμοιβών, καθώς και με τη συνεπακόλουθη κορύφωση της αβεβαιότητας, επιδείνωσαν το ήδη δυσμενές δημογραφικό περιβάλλον.  Κατά την περίοδο 2010-2016 «χάθηκαν» περί τις 133.000 γεννήσεις: οι μισές περίπου από αυτές (65.000) αποδίδονται στην αλλαγή της δημογραφικής συμπεριφοράς των Ελλήνων λόγω της κρίσης, ενώ οι άλλες μισές (68.000) στην αλλαγή της ηλικιακής δομής των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία.

Με άλλα λόγια, μέσα σε έξι χρόνια χάθηκαν γεννήσεις ενάμισι έτους. Ακόμα κι αν σύντομα ανακάμψει η γεννητικότητα, αυτό έχει ήδη εντυπωθεί στην ηλικιακή πυραμίδα του πληθυσμού: σήμερα λείπουν 133.000 παιδιά από τις ηλικίες 0-6 ετών. Αυτά τα παιδιά θα λείψουν, τα επόμενα χρόνια, από τις σχολικές  αίθουσες και, στη συνέχεια, από το εργατικό δυναμικό της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια ο ετήσιος αριθμός γεννήσεων οριακά ξεπερνά τις 90.000, αριθμός που διαμορφώνει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα γονιμότητας στην Ευρώπη. Οι Ελληνίδες γυναίκες υιοθετούν πλέον το μοντέλο «λίγα και αργά», αποκτώντας λίγα παιδιά σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία. Σήμερα, η μέση Ελληνίδα αποκτά μόλις 1,3 παιδιά, έναντι 2,2 παιδιών 35 χρόνια πριν, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού είναι σήμερα πάνω από τα 31 έτη - 8 χρόνια υψηλότερη σε σχέση με τη δεκαετία του 1980. Ακόμη και οι γεννήσεις των αλλοδαπών μητέρων μειώθηκαν κατά 50% μεταξύ 2009 και 2016.

Είναι σαφές ότι η σημερινή αρνητική δημογραφική κατάσταση και η μη βιώσιμη ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού δεν αποτελούν προϊόν της τελευταίας δεκαετίας, αλλά των τελευταίων τουλάχιστον 40 ετών. Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αναστροφή της κατάστασης. Οι δημογραφικές αλλαγές συντελούνται αργά, και το ίδιο -ή ίσως ακόμα πιο αργά- ανατρέπονται. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ανάκαμψη της οικονομίας δε διασφαλίζει και την ανάκαμψη της γονιμότητας, ιδιαίτερα όταν μια χώρα βρίσκεται για μεγάλο χρονικό παγιδευμένη σε επίπεδα «εξαιρετικά χαμηλής γονιμότητας».

Η μείωση της γονιμότητας αναμένεται να είναι η πιο μακροχρόνια από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.

*Η κ. Αλεξάνδρα Τραγάκη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.

Η «Κ» έγραψε:

«Δεύτερη πιο γερασμένη χώρα στην Ε.Ε. η Ελλάδα», 9.5.2018

http://www.kathimerini.gr/963239/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/deyterh-pio-gerasmenh-xwra-sthn-ee-h-ellada

«Επιταχύνοντας προς το δημογραφικό αδιέξοδο», 24.10.2015

http://www.kathimerini.gr/836138/article/epikairothta/ellada/epitaxynontas-pros-to-dhmografiko-adie3odo

«Ανασφάλεια και ανεργία φρενάρουν τις γεννήσεις», 23.3.2014

http://www.kathimerini.gr/759391/article/epikairothta/ellada/anasfaleia-kai-anergia-frenaroyn-tis-gennhseis

Είπαν:

«Έλαβε χώρα ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων με υψηλά προσόντα, στερώντας την ελληνική κοινωνία και οικονομία από ένα παραγωγικό τμήμα της, με ανυπολόγιστες δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.»

Γιάννης Στουρνάρας, ομιλία στην ετήσια συνέλευση της ΤτΕ, 24.2.2018

«Είμαστε αισιόδοξοι στα ότι προβλέπουμε μία φιλόδοξη ανάκαμψη της παραγωγικότητας, αλλά η συνολική δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας είναι περιορισμένη, καθώς έχει έναν πληθυσμό που γερνάει με ταχείς ρυθμούς».

Κριστίν Λαγκάρντ, συνέντευξη στην Handelsblatt, 5.6.2017

«H συνεχής μείωση του πληθυσμού σημαίνει ένα πράγμα, ότι κάθε γενιά θα παίρνει χαμηλότερες συντάξεις ή θα βγαίνει αργότερα στη σύνταξη ή και τα δύο»

Τάσος Γιαννίτσης, Οικονομικό Φόρουμ Δελφών, 4.3.2017

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ