Κάιρο, λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα του 1944. Η ανθρωπότητα μετράει με κομμένη την ανάσα τους τελευταίους μήνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σε ένα πάρτι ένας άντρας και μια γυναίκα συναντώνται για πρώτη φορά. Βρετανοί και οι δύο. Εκείνος 29 ετών, μελαχρινός, με φωτεινά καστανά μάτια και ήδη ήρωας – με σημαντική δράση στην Κρήτη και συμμετοχή στην απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Χάινριχ Κράιπε. Μόλις έχει βγει από μια σχέση που τον έχει πληγώσει βαθιά, με μια παντρεμένη. Εκείνη, τρία χρόνια μεγαλύτερή του, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, όμορφη, ξανθιά, γαλανομάτα. Φοράει βέρα στο δεξί, αν και ο γάμος της έχει ουσιαστικά τελειώσει. Ο έρωτάς τους είναι κεραυνοβόλος... 

Σας φαίνεται μια συνηθισμένη ιστορία αγάπης; Και όμως, τίποτα συνηθισμένο και συμβατικό δεν θα βρει κανείς στη ζωή του Πάτρικ Λι Φέρμορ και της Τζόαν Ελίζαμπεθ Άιρες Μόνσελ (μετέπειτα Τζόαν Λι Φέρμορ) – του ζευγαριού της ιστορίας. Αχώριστοι από τότε –κι ας μη ζούσαν πάντα μαζί–, έγιναν ο ένας το κέντρο της ζωής του άλλου, διατηρώντας όμως παράλληλα την ανεξαρτησία και τα ενδιαφέροντά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι τη μέρα του γάμου τους (που άργησε πολύ, έγινε το 1968) η Τζόαν έγραψε στο ημερολόγιό της ένα απόσπασμα από τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ράινερ-Μαρία Ρίλκε: «Έρωτας δεν θα πει ν’ ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον “Άλλον” (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δύο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)· είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν’ αποκτήσεις υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος κόσμος για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου»... 

Βέβαια ο Πάτρικ έμελλε να τραβήξει πάνω του το ενδιαφέρον ως διάσημος ταξιδιωτικός συγγραφέας. Λιγότερο γνωστή, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, η Τζόαν βρισκόταν επί σχεδόν έξι δεκαετίες διακριτικά στο πλευρό του. Αν δεν είχε ενθαρρύνει τον Πάντι της, αν δεν τον είχε στηρίξει με όλες της τις δυνάμεις, πιθανότατα εκείνος δεν θα είχε την ίδια εξέλιξη ως συγγραφέας, υποστηρίζουν οι βιογράφοι του, οι οποίοι επιπλέον αναγνωρίζουν την επιρροή της στα έργα του.

 


Με τον φακό της Τζόαν: ο Πάτρικ Λι Φέρμορ στο Ναύπλιο.

 

Και να που μια έκθεση, από τις 23 Μαΐου, στο Μουσείο Μπενάκη έρχεται να βγάλει από τη «σκιά» τη μούσα του, παρουσιάζοντας εικόνες από το πλούσιο φωτογραφικό corpus της. Στις δεκαετίες του 1940, του 1950 και του 1960 η Τζόαν έβγαλε αμέτρητες φωτογραφίες ανθρώπων και τόπων, ταξιδεύοντας μαζί με τον Πάντι στην Ελλάδα. Μερικές από αυτές δημοσιεύονται στα βιβλία του, στη «Μάνη» και στη «Ρούμελη»· οι περισσότερες όμως παρέμειναν άγνωστες μέχρι τον θάνατό της το 2003. Η έκθεση, την οποία επιμελούνται ο Ίαν Κόλινς και η Ολίβια Στιούαρτ, αποτίνει φόρο τιμής σ’ αυτή την άγνωστη στο πλατύ κοινό φωτογράφο, το έργο της οποίας είναι πραγματικά μια αποκάλυψη.

Γάμος και Καρδαμύλη

Δεύτερη από τις τρεις κόρες του λόρδου Μπόλτον Άιρες Μόνσελ (του πρώτου υπουργού Ναυτιλίας του Ηνωμένου Βασιλείου), γεννήθηκε το 1912 και αποφοίτησε από τη Σχολή Σεντ Τζέιμς. Από νωρίς αγάπησε με πάθος τη φωτογραφία. Το ενδιαφέρον της τραβούσαν κυρίως τοπία και κτίρια, αλλά και νεκροταφεία. Το 1939 παντρεύτηκε τον Βρετανό Tζον Ράινερ, δημοσιογράφο της Daily Express. Αλλά ο γάμος δεν έμελλε να στεριώσει, λόγω της... διαφορετικής αντίληψης που είχαν για τη συζυγική απιστία. Όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το βλέμμα του Πάτρικ Λι Φέρμορ στο Κάιρο, η Τζόαν είχε ήδη υπηρετήσει ως νοσοκόμα στις βρετανικές πρεσβείες της Ισπανίας και της Αλγερίας. Μετά το τέλος του πολέμου, το 1945, ήρθε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως γραμματέας του Όσμπερτ Λάνκαστερ, υπευθύνου Τύπου της βρετανικής πρεσβείας και σκιτσογράφου. Ο Πάντι την ακολούθησε. Έμαθε ότι είχε μείνει κενή η θέση του υποδιευθυντή Ανώτερων Αγγλικών Σπουδών του Βρετανικού Συμβουλίου. Πήρε τη δουλειά και, μολονότι στα τέλη του 1946 την έχασε και με την Τζόαν έφυγαν για το Λονδίνο, η Ελλάδα ήταν πάντα σταθμός στις διαρκείς περιπλανήσεις τους. 

 


Παιχνίδι με τις σκιές, στις Σπέτσες.

 

Το 1951 βρέθηκαν για πρώτη φορά στην Καρδαμύλη. Έμειναν για λίγες μέρες σε ένα μικρό δωμάτιο, πάνω από ένα μπακάλικο, και μαγεύτηκαν από την ομορφιά του τόπου. Αποφάσισαν να μοιράσουν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο χώρες: την πατρίδα τους και την Ελλάδα. Στα χρόνια που ακολούθησαν επέστρεφαν με κάθε ευκαιρία και το 1968, χρονιά του γάμου τους, απέκτησαν το δικό τους σπίτι (αυτό που κληροδότησαν στο Μουσείο Μπενάκη). Το αγόρασαν με χρήματα που εξασφάλισε η Τζόαν πουλώντας τα κοσμήματά της. 

Εκεί ο Πάτρικ έγραφε, εκείνη φρόντιζε τις γάτες τους –όλες κατάγονταν από την πρώτη δική τους γάτα Αβησσυνίας που είχε ζευγαρώσει με ντόπιους κεραμιδόγατους–, φιλοξενούσαν τους φίλους τους, καλλιεργούσαν ελιές και έβγαζαν «λάδι πιο πράσινο κι από τη θάλασσα τον χειμώνα». Έζησαν αυτό που ο Guardian περιέγραψε ως «εφευρετική αντισυμβατικότητα δύο ρομαντικών». Για παράδειγμα, ένα καλοκαιρινό βράδυ αφόρητης ζέστης μετέφεραν το τραπέζι και τις καρέκλες τους στην παραλία και δείπνησαν με επίσημο ένδυμα – και τα σώματά τους βυθισμένα στο δροσερό νερό μέχρι τη μέση!

Η Τζόαν έφυγε από τη ζωή το 2003, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ το 2011. Οι φωτογραφίες της έκθεσης «Τζόαν Λι Φέρμορ: Φωτογράφος και αγαπημένη» μας ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο τους: ασπρόμαυρα ενσταντανέ από τη συναρπαστική ζωή τους... ■

 


Παιδικά παιχνίδια.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ