«Οι άνθρωποι με ρωτάνε αν το coaching “δουλεύει”. Αν δεν “δούλευε”, δεν θα υπήρχε coaching.  Δεν θα αναπτυσσόταν τόσο γρήγορα χρόνο με τον χρόνο», γράφει στο βιβλίο του «The life coaching connection – How coaching changes lives» ο μάστερ coach, επαγγελματίας ομιλητής και συγγραφέας περισσότερων από 30 βιβλίων Στιβ Τσάντλερ. Και καταλήγει: «Είναι το πιο hot επάγγελμα αυτή τη στιγμή στον κόσμο». Και ίσως να μην έχει άδικο. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Coaching (International Coaching Federation-ICF), ο κύκλος εργασιών του επαγγέλματος το 2016 σε παγκόσμιο επίπεδο άγγιξε τα 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται ουσιαστικά για τις ετήσιες αποδοχές των περίπου 53.000 coaches που δραστηριοποιούνται ανά την υφήλιο – οι περισσότεροι στη Δυτική Ευρώπη (περίπου 19.000) και στη Βόρεια Αμερική (περίπου 17.500). Και τα νούμερα έχουν ανοδική πορεία, καθώς συνεχώς καινούργιοι άνθρωποι μπαίνουν στο επάγγελμα και ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις, στελέχη και ιδιώτες αναζητούν «προπονητή». «Αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ η πλειονότητα των μεγάλων επιχειρήσεων διαθέτει coaches εργασίας, που βρίσκονται διαρκώς εκεί και είναι διαθέσιμοι για το προσωπικό», μου λέει η coach Σοφία Κουτσιανά. Τι είναι όμως το coaching, ποιοι το κάνουν, ποιοι άνθρωποι και για ποιους λόγους το αναζητούν, τι προσφέρει;

Το coaching είναι μια μεθοδολογία. Μέσω μιας δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί δομημένες συζητήσεις, οι οποίες βασίζονται σε ανοιχτές ερωτήσεις, ενεργητική ακρόαση και ενσυναίσθηση, προκαλεί τη σκέψη του πελάτη-coachee και τον βοηθά να βρει τις δικές του λύσεις και να μεγιστοποιήσει την προσωπική και επαγγελματική του δυναμική. Μπορεί να βοηθήσει ένα στέλεχος που θέλει να ανελιχθεί ή θέλει να ανταποκριθεί σε μια νέα εργασιακή πρόκληση, έναν CEO να αποδώσει τα μέγιστα, μια επιχείρηση να βελτιώσει τις προοπτικές της. Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνδυάζοντας επιρροές από την αθλητική προπονητική, την ψυχολογία και διάφορα κινήματα αυτοβελτίωσης, και άρχισε να αναπτύσσεται τη δεκαετία του 1990, όταν εμφανίστηκαν και οι πρώτες σχολές εκπαίδευσης για coaches. Το 1992, ο Τόμας Λέναρντ ίδρυσε τη σχολή Coach U και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Διεθνούς Ομοσπονδίας Coaching (σήμερα αριθμεί 30.000 μέλη σε 140 χώρες). Το μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός, οι αυξημένες απαιτήσεις για απόδοση και ανθεκτικότητα από τα στελέχη όλων των βαθμίδων γέννησαν την ανάγκη εξατομικευμένης υποστήριξης των ίδιων, αλλά και της επιχείρησης. Οι business coaches ανέλαβαν δράση αρχικά για να διαχειριστούν στελέχη με προβλήματα απόδοσης. Την τελευταία δεκαετία, ωστόσο, το αίτημα των επιχειρήσεων άλλαξε και το ζητούμενο έγινε η ενδυνάμωση, η ανάπτυξη των ικανοτήτων και η μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων των διοικητικών στελεχών, τα οποία ανέλαβαν οι νεόκοποι executive coaches. Έρευνα του Harvard Business Review που πραγματοποιήθηκε το 2009 με τη συμμετοχή 140 coaches κατέγραψε ότι στο 48% των περιπτώσεων καλούνταν για να αναπτύξουν υψηλές δεξιότητες στα στελέχη ή για να διευκολύνουν κάποια εργασιακή αλλαγή ή μετάβαση. Σταδιακά εμφανίστηκαν και άλλα είδη coaching, όπως life-personal, career, start-up, ακόμα και family ή σεξ.

Πώς επιλέγει κανείς coach;

Η είσοδος στο επάγγελμα ολοένα και περισσότερων ανεκπαίδευτων coaches αποτελεί, σύμφωνα με διαπιστώσεις της Διεθνούς Ομοσπονδίας, τη μεγαλύτερη ανησυχία μεταξύ των μελών της. Παρότι οι έρευνες και οι μελέτες δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο τι είναι αυτό που κάνει τον «καλό» coach, η πλειονότητα των επαγγελματιών θεωρούν ότι η εκπαίδευση, η εργασιακή εμπειρία, η μετεκπαίδευση θα πρέπει να είναι μεταξύ των προαπαιτούμενων για να εμπιστευθεί είτε ένας ιδιώτης είτε μια επιχείρηση έναν coach. «Θεωρώ ότι ένας υποψήφιος πελάτης θα πρέπει να αναζητήσει κάποιον που είναι
διαπιστευμένος ή πιστοποιημένος σε σωματείο», τονίζει η κ. Ειρήνη Νικολαΐδου, πρόεδρος του ελληνικού παραρτήματος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Coaching (ICF-Greece). Πιστοποιημένοι είναι οι coaches που διαθέτουν κατ’ ελάχιστον 60 ώρες σπουδών στο αντικείμενο σε μία από τις σχετικές σχολές του εξωτερικού  και ένα μίνιμουμ πρακτικής εξάσκησης και πληρούν τα τυπικά κριτήρια ώστε με εποπτεία και επίβλεψη να μπορούν να κάνουν συνεδρίες και να γίνουν μέλη στα επαγγελματικά σωματεία – οπότε και δεσμεύονται από τον κώδικα δεοντολογίας τους. Υπάρχουν τρία σωματεία στην Ελλάδα που δέχονται και πιστοποιούν ή διαπιστεύουν coaches: το ICF, τo EMCC (European Mentoring and Coaching Council), που έχει ως παράρτημα το Hellenic Coaching Association, και το AC (Association for coaching). Αφού γίνουν δεκτοί σε κάποιο σωματείο, μπορούν να επιδιώξουν την απόκτηση διαπίστευσης. «Στο ICF υπάρχουν τρία επίπεδα διαπίστευσης, το επίπεδο Associate Certified Coach-ACC (έχει κάνει 100 ώρες συνεδρίες coaching), Professional Certified Coach-PCC (750 ώρες) και Master Certified Coach-MCC (από 2.500 ώρες και πάνω)», διευκρινίζει η κυρία Νικολαΐδου και προσθέτει ότι η πιστοποίηση απαιτεί ανανέωση κάθε τρία χρόνια και ο coach πρέπει να πληροί προϋποθέσεις για να την εξασφαλίσει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, στην Ελλάδα περίπου 70 coaches είναι πιστοποιημένοι και ταμειακά ενήμεροι στον ICF και 36 είναι οι διαπιστευμένοι. Γύρω στους 150 είναι πιστοποιημένοι χωρίς να έχουν εγγραφεί σε κάποιο σωματείο στη χώρα μας.

Η αγορά coaching στην Ελλάδα στηρίζεται κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις, που την τελευταία δεκαετία, είτε ακολουθώντας το παράδειγμα της «μαμάς» εταιρείας στο εξωτερικό είτε θέλοντας να συμπεριλάβουν άλλο ένα εργαλείο στη φαρέτρα τους, στράφηκαν στο business και executive coaching. Η κ. Κρύστα Τζελέπη, business coach και managing partner του Treasure Lab, έφερε το business coaching στη χώρα μας το 2004. «Είναι λανθασμένη η άποψη ότι στην Ελλάδα δεν γίνεται coaching στις επιχειρήσεις. Ολοένα και περισσότερες το επιλέγουν, γιατί εξελίσσουν το επίπεδο τεχνογνωσίας που χρησιμοποιούν για την ανάπτυξη των ανθρώπων τους και διότι διαθέτουν μεγαλύτερο μπάτζετ. Πρόκειται για επένδυση η οποία θα πρέπει να είναι μακροχρόνια για να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα». Παγκοσμίως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας, για τους περισσότερους coachees το κόστος του coaching αναλαμβάνουν οι εταιρείες τους – ένα 45% των πελατών πληρώνουν οι ίδιοι. Επίσης, έρευνα του Center for Leadership Development and Research του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, το 2013, διαπίστωσε ότι το σύνολο των ερωτηθέντων CEOs επιθυμούσαν να λάβουν coaching.

Coach ή ψυχολόγος;

Πολλοί πιστεύουν ότι το coaching είναι ανταγωνιστής της ψυχοθεραπείας ή το συγχέουν με τη συμβουλευτική και το mentoring. Η δρ Νάνσυ Μαλλέρου, ιδρύτρια του LifeClinic Group, υπήρξε από τους πρωτοπόρους του επαγγέλματος στην Ελλάδα. «Ο ψυχολόγος θα ασχοληθεί ως επί το πλείστον με το παρελθόν, με το γιατί έχεις φτάσει έως εδώ· γυρνάει πίσω να λύσει το πρόβλημα, να επουλώσει την πληγή και, όταν τελειώσει με αυτό, να προχωρήσει μπροστά. Ο coach είναι στο παρόν και κοιτά πώς θα πάμε μπροστά, όχι γιατί έφτασε ο πελάτης εδώ. Η δεύτερη διαφορά σχετίζεται με το υποσυνείδητο. Οι ψυχολόγοι ασχολούνται με το κομμάτι του υποσυνείδητου όπου κανείς έχει κρυμμένες όλες τις απώλειες, όλα τα τραύματα. Εμείς ασχολούμαστε με το κομμάτι του υποσυνείδητου που έχει ανεκμετάλλευτη δυνατότητα και ο στόχος μας είναι πώς θα την ξεκλειδώσoυμε, πώς θα δημιουργήσουμε νέες συμπεριφορές για να πάει εκεί που θέλει με τον γρηγορότερο, τον πιο αποτελεσματικό, τον πιο συμβατό για εκείνον τρόπο», τονίζει. Για τους λόγους αυτούς η κ. Ελένη Τζελέπη-Γιαννάτου, δρ εκπαιδευτικής ψυχολογίας και coach, είναι κατηγορηματική ότι «ο coach δεν είναι ψυχολόγος ούτε ψυχαναλυτής και δεν πρέπει να μπαίνει σε πεδία που του είναι άγνωστα, γιατί τότε μπορεί να κάνει κακό. Είναι πολύ σημαντικό να κρατηθούν αυτά τα στεγανά, ότι άλλο ο ψυχολόγος και ο ψυχίατρος άλλο ο coach· θα σε βοηθήσει να ανακαλύψεις λύσεις, να βρεις έναν τρόπο να διαχειριστείς κάποια θέματα αλλά, αν η περίπτωσή σου χρήζει ψυχοθεραπείας, δεν θα σε βοηθήσει και οφείλει να σε παραπέμψει».

Ομοίως δεν πρέπει να συγχέεται με το mentoring, που είναι ουσιαστικά η καθοδήγηση που προσφέρει κάποιος αντλώντας από τις εμπειρίες του σε ένα εργασιακό πεδίο, ούτε με τη συμβουλευτική, όπου εξειδικευμένοι επαγγελματίες αξιολογούν την πορεία ή τις πρακτικές μιας επιχείρησης και προτείνουν βελτιωτικές λύσεις. Σε ό,τι αφορά το κόστος, οι τιμές ξεκινούν κατά μέσο όρο από τα 40 ευρώ τη συνάντηση, ενώ για business και executive coaching φτάνουν τις μερικές εκατοντάδες ευρώ.

«Δουλεύει» τελικά το coaching;

«Δημιούργησα μια εργαλειοθήκη, την οποία έχω πάντα διαθέσιμη και τη χρησιμοποιώ όποτε νιώθω ότι έχω ανάγκη», μου λέει ο Δημήτρης Κόκορης, ο οποίος έκανε αρκετά χρόνια life coaching. «Πρώτον, έμαθα να έχω “ανοιχτή” ακοή σε σχέση με τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου, χωρίς φίλτρα που επηρεάζουν αυτά που ακούω, δεύτερον να επιλέγω ποια πράγματα θεωρώ σημαντικά και τρίτον να καταλαβαίνω ότι η οπτική μέσα από την οποία βλέπω τα πράγματα κάθε στιγμή επηρεάζει άμεσα το πώς νιώθω, το πώς είμαι, το τι κάνω, και ξέρω ότι είναι επιλογή μου να αλλάξω οπτική για τις περιστάσεις».

Έρευνα της PricewaterhouseCoo-
pers (PwC) που έγινε το 2012 για λογαριασμό του ICF κατέγραψε ότι το 86% των εταιρειών που έκαναν χρήση υπηρεσιών coaching δήλωσαν ότι πήραν πίσω τουλάχιστον την αξία της επένδυσής τους και το ίδιο διαβεβαίωσαν το 68% των coachees. Ανάμεσα στα οφέλη που αποκόμισαν συμπεριέλαβαν τη βελτίωση της αυτοπεποίθησης (80%), των σχέσεων (73%), των δεξιοτήτων επικοινωνίας (72%), της ισορροπίας μεταξύ ζωής και εργασίας (67%), της απόδοσης στην εργασία (70%), της διαχείρισης χρόνου (57%).

Εμπειρική έρευνα του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ (Sabine Losch, Eva Traut-Mattausch, Maximilian D. Muhlberger, Eva Jonas, 2016), που συνέκρινε τα αποτελέσματα του coaching, του self-coaching και της ομαδικής εκπαίδευσης, διαπίστωσε ότι το coaching αποδείχτηκε αποτελεσματικό στη μείωση της αναβλητικότητας, δημιούργησε υψηλό επίπεδο ικανοποίησης στους coachees και τους βοήθησε να πετύχουν τους στόχους τους. Μελέτη που εκπονήθηκε από το Πανεπιστήμιο James Cook της Αυστραλίας και το Institute for Employment Studies του Ηνωμένου Βασιλείου ερεύνησε εκατοντάδες επαγγελματίες από 34 χώρες που δέχτηκαν ή δέχονταν coaching. To 89% δήλωσε ότι το βρήκε αποτελεσματικό. Μεταξύ των χαρακτηριστικών που ομολόγησαν ότι θεωρούν σημαντικό να έχει ένας coach ήταν η ξεκάθαρη επικοινωνία, η συναισθηματική νοημοσύνη, η εμπειρία στο εργασιακό πεδίο του coachee. Φυσικά, σημαντική είναι και η «χημεία» ανάμεσα στα δύο μέρη, αυτό που η κ. Σοφία Κουτσιανά αναφέρει ως «σύνδεση» των δύο.

Πριν από περίπου 15-20 χρόνια, το coaching έκανε την εμφάνισή του διεθνώς και στη συνέχεια και στην Ελλάδα ως τέχνη, τεχνική, μεθοδολογία, κάποιες φορές και μόδα. Σήμερα είναι το αντικείμενο μεταπτυχιακών προγραμμάτων, ενώ με τη συμβολή των ασκούντων το επάγγελμα, των θεωρητικών και των ερευνητών συγκεντρώνεται σταδιακά υλικό για να δημιουργηθεί η βάση για προπτυχιακά προγράμματα. Είναι ένα εργαλείο που δεν πρέπει να υποτιμάται, αλλά δεν κάνει και θαύματα. Όσοι το αναζητούν να το κάνουν με προσοχή, επιλέγοντας υπεύθυνα σε ποιον θα εμπιστευτούν τις ανάγκες τους, και έχει αποτελέσματα όταν το χειρίζονται επαγγελματίες με κατάρτιση και εμπειρία. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ