ΕΛΛΑΔΑ

Σ. Κωνσταντέλλια: «Δεν θα κάνουμε ασκήσεις με τα παιδιά»

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

Η κ. Σοφία Κωνσταντέλλια, επικεφαλής του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής, για την αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια τονίζει στην «Κ»: «Δεν θα ξεκινήσουμε εμείς να επιβάλουμε τέτοιου τύπου οικογένειες στην κοινωνία».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Λίγα μόλις 24ωρα ύστερα από μία συζήτηση υψηλών τόνων στη Βουλή, κατά την οποία οι κομματικές γραμμές «έσπασαν» και οι ακραίες τοποθετήσεις από βήματος συναγωνίστηκαν τις ακραίες παρουσίες στα θεωρεία, η συζήτηση για τη δυνατότητα αναδοχής παιδιών και από ομόφυλα ζευγάρια ήρθε να αθροιστεί σε όσα διχάζουν την ελληνική κοινωνία.

Την επομένη της πολιτικής αντιπαράθεσης, κάποιοι καλούνται να υλοποιήσουν το νέο θεσμικό πλαίσιο. «Πρέπει να μείνουμε επικεντρωμένοι στη δουλειά μας, να μη χάσουμε τον δρόμο μας επειδή υπάρχει ένταση ή ακραίες θέσεις... δεν θα ξεκινήσουμε εμείς τέτοιου τύπου οικογένειες να τις επιβάλουμε στην κοινωνία». Οι «Σαββατιάτικες Συναντήσεις» συνομιλούν με τη Σοφία Κωνσταντέλλια, επικεφαλής του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής, στο οποίο υπάγονται οι μεγαλύτερες μονάδες προστασίας βρεφών και παιδιών στην Αττική, όπως το «Μητέρα» και το «Αναρρωτήριο Πεντέλης».

Η κ. Κωνσταντέλλια έχει μακρά εμπειρία. Συνεπώς, μοιάζει η καταλληλότερη για να απαντήσει στο ερώτημα αν θα συναινούσε στην αναδοχή ενός παιδιού από ένα ομόφυλο ζευγάρι. «Τις επιλογές μας τις ορίζει η κοινωνία, ομόφυλα ζευγάρια υπάρχουν δίπλα μας, αποκτούν παιδιά με διάφορους τρόπους και τα μεγαλώνουν ή έχουν δικά τους παιδιά και τα μεγαλώνουν...», σημειώνει, προσθέτοντας ότι για την ίδια, το ενδεχόμενο να υπάρξει ενδιαφέρον αναδοχής (σ.σ.: και όχι βέβαια υιοθεσίας, όπως ενδεχομένως συνειδητά κυριάρχησε στη δημόσια αντιπαράθεση) από ομόφυλα ζευγάρια συνιστά, πρωτίστως, ζήτημα ευθύνης για τους ίδιους τους επαγγελματίες. «Πρέπει τα στελέχη μας να έχουν πρόσθετη ενημέρωση και εκπαίδευση γι’ αυτή τη νέα εξειδικευμένη κατάσταση», σημειώνει, τονίζοντας: «Δεν θα ξεκινήσουμε εμείς να επιβάλουμε τέτοιου τύπου οικογένειες στην κοινωνία. Δεν θα κάνουμε ασκήσεις με τα παιδιά. Θα σεβαστούμε ότι πρέπει να ξεκινήσουν ευτυχισμένα και ήρεμα για να διορθώσουν ζητήματά τους και όχι για να προσθέσουμε άλλα. Ας μας έχει εμπιστοσύνη η κοινωνία και να ξέρει ότι δεν παρασυρόμαστε από τα φαινόμενα».

Ποια θα ήταν, λοιπόν, τα κριτήρια μιας επιλογής; «Αν εμφανιστεί ένα ζευγάρι από μικρή περιφέρεια, που βιώνει εναντίωση στο περιβάλλον του, που έχει μία ευάλωτη σχέση, δεν θα συναινέσουμε σε αυτό. Αντιθέτως, ένα ίδιο ζευγάρι με το ίδιο αίτημα αλλά με ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον υποστηρικτικό, που οι ίδιοι είναι ανοικτοί και παράλληλα το παιδί μπορεί να επεξεργαστεί τα, ενδεχομένως, πιο σύνθετα θέματα που προκύπτουν, τότε θα το εξετάσουμε», εξηγεί. Τριάντα χρόνια πίσω, άλλωστε, θυμάται μιαν άλλη μεταβατική περίοδο για την ελληνική κοινωνία, με την υιοθεσία παιδιών άλλης φυλής. «Ηταν ένα ζευγάρι σε μία μικρή πόλη στην Πελοπόννησο. Παρόλο που ήταν επιστήμονες και είχαν δύναμη να επιβάλουν την παρουσία τους και άρα και του παιδιού στο περιβάλλον, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν εύκολο».

Για την κ. Κωνσταντέλλια, η ενασχόληση με τα παιδιά ξεκίνησε πολύ νωρίς. Ως απόφοιτη λυκείου, βρέθηκε να εργάζεται σε ένα ίδρυμα κλειστής φροντίδας του Βόλου. Η πρώτη αυτή επαφή την έκανε να εγκαταλείψει τη, συναφή πάντως, παιδαγωγική και να σπουδάσει κοινωνική λειτουργός. Χρόνια μετά, δεν έχει αμφιβολία: «Ενα συνηθισμένο σπιτικό είναι πολύ καλύτερο από το καλύτερο ίδρυμα».

Ο νέος νόμος, που, με την εξαίρεση του άρθρου 8 περί ομόφυλων ζευγαριών, έτυχε ευρύτατης στήριξης στη Βουλή, έχει ως στόχο να περιοριστούν οι χρόνοι αναμονής. «Αν δεν μπορεί η φυσική οικογένεια του παιδιού, το παιδί δεν μπορεί να περιμένει για πάντα σε ένα ίδρυμα», λέει η κ. Κωνσταντέλλια, αναγνωρίζοντας ότι ειδικά στις υιοθεσίες, οι χρόνοι είναι μεγάλοι. Πέραν από την απαιτούμενη προεργασία - εκπαίδευση των θετών γονέων, «υπάρχουν πάρα πολλά ζευγάρια, λίγα παιδιά, λίγοι άνθρωποι να εξετάσουν τις αιτήσεις...». Υπάρχει, βέβαια, και η νομική πτυχή που αυξάνει τον χρόνο. «Για την υιοθεσία πρέπει να δοθεί έγκριση από τον ίδιο τον γονέα, μετά τον τρίτο μήνα, και συχνά δεν υπάρχει ανταπόκριση... όμως δεν μπορείς να τον αφαιρέσεις ερήμην, πριν εξαντλήσεις κάθε προσπάθεια να πάρει ο ίδιος την απόφαση για το παιδί του».

Οι συνθήκες και οι ταχύτητες είναι διαφορετικές στο ζήτημα της αναδοχής. Με μία, ωστόσο, κρίσιμη διαφορά που κάνει τον συγκεκριμένο θεσμό να μην έχει ευρεία εφαρμογή: το παιδί διατηρεί επαφή με τους φυσικούς του γονείς, όσους τουλάχιστον μπορούν να ανταποκριθούν, και την προοπτική να επιστρέψει σε αυτούς. «Είμαστε σαφείς από την αρχή. Αν ένα ζευγάρι θέλει υιοθεσία, το παροτρύνουμε να κάνει αίτηση, ανεξάρτητα από τον χρόνο αναμονής. Ερχονται υποψήφιοι ανάδοχοι και μας λένε, “αν το αγαπήσω και μετά το χάσω”;». Τι απαντά; «Κατ’ αρχήν μπορεί να μη το χάσουν... από εκεί και πέρα είναι πολύ σημαντικό πως ό,τι κι αν γίνει το παιδί σε κουβαλάει μέσα του ως εμπειρία, σε κουβαλάει ως ψυχική και συναισθηματική περιουσία, το κάνεις πλούσιο, το μαθαίνεις να εμπιστεύεται, να συναλλάσσεται με τους ανθρώπους, του περνάς αξίες και χαρά για τη ζωή. Του δίνεις να καταλάβει ότι υπάρχει δίπλα ο άνθρωπος στη δυσκολία. Του μεταφέρεις αυτή την ελπίδα. Κι αυτό το έχεις κάνει εσύ, ο ανάδοχος γονιός».

Η κ. Κωνσταντέλλια συμμετείχε στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για τον νέο νόμο, καταθέτοντας πολλές από τις ιστορίες που βίωσε. «Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να το ξέρουν, συνέβαλαν αποφασιστικά στον σχεδιασμό του νόμου, μας βοήθησαν να προλάβουμε και να συμπεριλάβουμε περιπτώσεις, που σε άλλη περίπτωση θα έμεναν εκτός».

Στη συζήτησή μας συνυπάρχουν ο ενθουσιασμός και η συγκίνηση, η διάθεση για αφήγηση και το αυτόματο «φρένο» κάθε φορά που φτάνει σε κάποιο όνομα, κάποια πόλη, ένα ζευγάρι γονέων, κάποιο παιδί που βρήκε τον δρόμο του, ένα άλλο που τον έχασε. Η Κωνσταντέλλια μοιάζει να θυμάται δεκάδες ιστορίες, ονόματα, βλέμματα: «Δίνουν πολλά δώρα τα παιδιά στους μεγάλους που ζουν κοντά τους: τη χαρά της εξέλιξης, της άδολης σχέσης, τη χαρά της ελπίδας, τη χαρά της απλότητας και της φυσικότητας. Εχω ευεργετηθεί από τη σχέση μαζί τους».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ