ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Συναντηθήκαμε  μια Δευτέρα μεσημέρι στο εστιατόριο «Vezene». Αρχικά θα ήμασταν οι δυο μας, αλλά στη συνέχεια θα έρχονταν 15 ακόμα άτομα, καλεσμένοι της. «Θα είναι σαν ένα αρχαίο συμπόσιο», μου είχε πει η παγκοσμίως γνωστή συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής Ανια βον Μπρέμζεν. Βασικά ήταν το αποχαιρετιστήριο γεύμα μετά έναν μήνα που πέρασε στην Ελλάδα και κατά κάποιο τρόπο ο επίλογος για το νέο βιβλίο που ετοιμάζει. Είχαμε έρθει σε επαφή αρχικά διαδικτυακά, μέσω ενός κοινού μας φίλου και όσο έμεινε στην Ελλάδα βρεθήκαμε αρκετές φορές. Δεν είναι η τυπική συγγραφέας μαγειρικής –όπως τη φανταζόμουν εγώ τουλάχιστον– ελάχιστα την είδα να ενδιαφέρεται για τις συνταγές. Τα βιβλία της περισσότερο έχουν να κάνουν με ιστορίες ανθρώπων και με μια ανθρωπολογική ματιά στο φαγητό και στη μαγειρική. Για παράδειγμα, το τελευταίο της βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό: η ιστορία της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ενωσης όπου γεννήθηκε, μέσα από την προσωπική της ιστορία και τη σχέση της με το φαγητό.

Ηταν 11 ετών όταν έφυγε με τη μητέρα της από τη Μόσχα. Εχοντας εβραϊκή καταγωγή, κατάφεραν να βγάλουν μια βίζα για το Ισραήλ στο οποίο όμως δεν σκόπευαν να πάνε. Μετά διάφορες περιπέτειες έφτασαν στην Αμερική και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη. Κάποια στιγμή της δόθηκε η ευκαιρία να μεταφράσει ένα βιβλίο μαγειρικής, της άρεσε και σκέφθηκε να δοκιμάσει να γράψει ένα η ίδια. Ηταν τυχερή γιατί επέστρεψε στη χώρα της τη χρονιά που έπεφτε η Σοβιετική Ενωση και εκείνο το πρώτο βιβλίο, μια ιστορική μαρτυρία με αναμνήσεις και καλό φαγητό, είχε τεράστια επιτυχία. Εκτοτε, έχει βραβευθεί τρεις φορές με το βραβείο James Beard –τα αντίστοιχα Οσκαρ της μαγειρικής– ενώ αρθρογραφεί στα μεγαλύτερα περιοδικά για το φαγητό και το κρασί.

Πρώτη στη λίστα η Ελλάδα

Για το βιβλίο που ετοιμάζει αυτό το διάστημα έχει βρει ήδη τον τίτλο: «Ο Κόσμος σε δέκα γεύματα». Δέκα κεφάλαια, ένα για κάθε χώρα και στο τέλος κάθε κεφαλαίου θα υπάρχει ένα γεύμα με τις καλύτερες συνταγές. Από την πρώτη στιγμή ήξερε ποιες χώρες θα συμπεριελάμβανε με βάση τη σπουδαιότητά τους στην παγκόσμια ιστορία.

«Η Ελλάδα ήταν ασυζητητί πρώτη στη λίστα μου», εξηγεί. «Είναι το λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Επιπλέον, πάντα θεωρούσα πως η κουζίνα σας δεν έχει αλλάξει και πολύ από την αρχαιότητα – σε σχέση με άλλες κουζίνες που χάθηκαν στον χρόνο. Εδώ, βλέπουμε τα ίδια υλικά που βλέπαμε και στην Αθήνα του Περικλή: τα ψάρια, το κρέας, το ψωμί, τα σύκα, τις ελιές, την αυθεντική μεσογειακή κουζίνα».

Ερχόμενη εδώ είχε στο μυαλό της πως το γεύμα στο τέλος του κεφαλαίου θα ήταν εμπνευσμένο από την αρχαιότητα, συναντήθηκε όμως με πολύ κόσμο για να καταλάβει πως το φαγητό αντανακλά την ελληνική κοινωνία του σήμερα και γρήγορα κατάλαβε πως ένα «αρχαίο» μενού δεν θα ήταν αντιπροσωπευτικό.

Στην Αθήνα έμεινε σε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι που είχε βρει μέσω της Αirbnb. Κάθε ημέρα της ήταν γεμάτη από συναντήσεις – γνώρισε τους κορυφαίους σεφ, έφαγε καταπληκτικά, όπως λέει, στα εστιατόριά τους αλλά και σε μικρά ταβερνάκια. Ενθουσιάστηκε με το «Δίπορτο» στη Βαρβάκειο Αγορά που «δεν έχει επιγραφή ούτε μενού». Εκεί έφαγε σαρδέλες, πατάτες γιαχνί και άκουσε από τον ιδιοκτήτη για τη μακρά ιστορία της αγοράς, «ίσως της παλαιότερης στην Ευρώπη», αλλά και του ίδιου του μαγαζιού που λειτουργεί από το 1886 και έχει σερβίρει από τη Μερκούρη μέχρι τον Κόπολα. Πήγε στα γραφεία του «Μπορούμε», της ΜΚΟ που στόχο έχει τον περιορισμό της σπατάλης τροφίμων και όταν αργότερα σε μια κρητική ταβέρνα για να την ευχαριστήσουν της σέρβιραν σχεδόν όλο το μενού, ζήτησε να της βάλουν ό,τι δεν έφαγε σε ταπεράκι – την επομένη αγόρασε τσικουδιά και κάλεσε κόσμο σπίτι της να τα φάνε.

Δοκίμασε παστουρμά στην Ευριπίδου, «καλύτερο και από αυτόν της Κωνσταντινούπολης». Γνώρισε τους συντελεστές του ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ για «Το ταξίδι της τροφής» (την ενδιέφερε να δει το πώς άλλαξε η διατροφή στην Ελλάδα από την προϊστορία μέχρι σήμερα) επισκέφθηκε πλατό πρωινής εκπομπής και είδε να φτιάχνουν πίτες on camera. Μαγείρεψε με πρόσφυγες, δοκίμασε 25 διαφορετικά ελαιόλαδα και όλων των ειδών τα ελληνικά κρασιά.

Το μόνο που δεν κατάφερε να κάνει, παρότι το ήθελε πάρα πολύ, ήταν μια εκδρομή που είχε οργανώσει για εκείνη η συνάδελφός της Νίκη Mηταρέα στο Δεσποτικό, το νησάκι δίπλα από την Πάρο, όπου αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει ένα τελετουργικό εστιατόριο - «κολλητό» με το ιερό. Για κακή της τύχη, όμως, έπεσε σε μια απεργία στα πλοία που γινόταν τότε και δεν κατάφερε να ταξιδέψει.

«Αν με ρωτήσεις να ξεχωρίσω κάτι από αυτό τον μήνα στην Ελλάδα, θα δυσκολευθώ! Κατ’ αρχάς έφαγα καταπληκτικά, θα μου μείνουν αξέχαστα τα... απλά: οι ελιές, το λάδι, το ψωμί σας. Επίσης, δεν νομίζω πως έχω ξανασυναντήσει τόσο εμπνευσμένους ανθρώπους σε ένα ταξίδι. Η αλήθεια είναι πως ήμουν εντελώς απροετοίμαστη για τη ζωντάνια και τη φιλοξενία που συνάντησα. Με όσα είχα ακούσει, είχα προετοιμαστεί για μια δεύτερη... Βενεζουέλα. Περίμενα μια κοινωνία σπασμένη, σε αποσύνθεση και πραγματικά εξεπλάγην με το πόσο υπέροχη είναι η ποιότητα ζωής εδώ».

Λίγο πριν σηκωθούμε από το τραπέζι όπου καθόμασταν για να υποδεχθεί τους πρώτους της καλεσμένους, επανέρχεται στην τελευταία της απάντηση: «Μην παρεξηγηθώ, ξέρω πόσο δύσκολα έχετε περάσει και πολλές φορές αυτόν τον μήνα έχω σκεφθεί πως ίσως θα έπρεπε να συμπεριλάβω περισσότερο την οικονομική κρίση στην αφήγησή μου, να ψάξω για περισσότερες “δύσκολες” ιστορίες. Αλλά ήρθα περιμένοντας πως θα βρω αρνητισμό και μαυρίλα και συνάντησα κάτι μοναδικό, μια ατμόσφαιρα πραγματικά ξεχωριστή».

Θα γράψω για τη φιλοξενία που δείχνετε, κυρίως στους πρόσφυγες

Ενα από από τα πράγματα που την εντυπωσίασαν στην Ελλάδα είναι η άρνηση να αποχωριστούμε τον ωραίο τρόπο ζωής: «Συνεχίζετε να βγαίνετε για ποτό ή για καφέ, μπορεί να πίνετε τον ίδιο καφέ για τρεις ώρες, αλλά θα βγείτε! Και ήταν απίστευτο πως ακόμα και άνθρωποι που έχουν ελάχιστα, θα επιμείνουν να σε βγάλουν έξω, να σε κεράσουν ένα ποτό».

Πριν έρθει στην Ελλάδα ήταν στην Κούβα για τις ανάγκες ενός άλλου βιβλίου και διαπίστωσε πως εκεί η βαθιά οικονομική κρίση εξαφάνισε κάθε ίχνος φιλοξενίας. «Βέβαια, εκεί είναι όλοι επαγγελματίες γκρινιάρηδες, αυτό είναι κομμάτι της κουλτούρας τους και έχοντας γεννηθεί στην πρώην Σοβιετική Ενωση μπορώ να αναγνωρίσω το πώς η γκρίνια μπορεί να γίνει κομμάτι της καθημερινότητας, αλλά εσείς δεν το έχετε αυτό καθόλου! Οποιον συνάντησα ήθελε να μου δείξει τα όμορφα της χώρας σας. Ισως πάλι έχετε κουραστεί να παραπονιέστε και έχετε περάσει στο επόμενο στάδιο της αποδοχής. Ολοι μιλούν για κρίση, αλλά στην πραγματικότητα περνάτε κάτι χειρότερο, μια βαθιά ύφεση που έχει κρατήσει υπερβολικά πολύ, και το χειρότερο, δεν βλέπει κανείς φως στο τούνελ. Αλλά όπως φαίνεται, οι αμυντικοί σας μηχανισμοί είναι πραγματικά δυνατοί, αντέχετε!». Εχοντας περάσει έναν μήνα εδώ, κατέληξε πως το κεντρικό θέμα του κεφαλαίου για την Ελλάδα θα είναι η φιλοξενία. «Η φιλοξενία σε έναν επισκέπτη τουρίστα –εμένα εν προκειμένω– αλλά κυρίως η φιλοξενία που έχετε δείξει στους πρόσφυγες».

Ισως η δική της προσωπική ιστορία, ίσως ότι το προσφυγικό ως θέμα έχει μονοπωλήσει την επικαιρότητα, ήταν πάντως εξαρχής πρώτο στη λίστα αυτών που σχεδίασε να ερευνήσει: «Είχα προγραμματίσει να πάω σε ένα από τα κέντρα φιλοξενίας, αλλά εκατοντάδες δημοσιογράφοι έχουν πάει πριν από εμένα και όλες οι ιστορίες είναι πάνω-κάτω οι ίδιες. Είναι σημαντικές και πρέπει να ειπωθούν, αλλά ένιωσα πως ήταν σημαντικό να συναντήσω τους πρόσφυγες σε ένα διαφορετικό, πιο αισιόδοξο περιβάλλον και κάπως έτσι βρέθηκα στη “Μέλισσα” και... κόλλησα», εξηγεί. Είχε διαβάσει για το δίκτυο μεταναστριών στην πλατεία Βικτωρίας, όπου γυναίκες βοηθούν η μία την άλλη με όποιον τρόπο μπορούν. «Γίνονται καταπληκτικά πράγματα εκεί, μαθήματα, γλώσσα, ποίηση, χορός είναι ένας χώρος απίστευτης θετικής ενέργειας. Εκεί είδα με τα μάτια μου την αλληλεγγύη που δείχνει ο κόσμος στους πρόσφυγες».

Μια καταπληκτική ημέρα

Ψάχνοντας τέτοιες θετικές ιστορίες γνώρισε και τον Αρη Βεζενέ, τον σεφ του ομώνυμου εστιατορίου που εδώ και καιρό μαγειρεύει κάθε ημέρα περίπου 100 μερίδες για αυτούς που έχουν ανάγκη. Με αφορμή αυτό συναντήθηκαν, λάτρεψε τη μαγειρική του και μαζί ένα μεσημέρι άνοιξαν την κουζίνα του για να έρθουν οι γυναίκες από τη «Μέλισσα» και να μαγειρέψουν όλοι μαζί. «Ηταν μια καταπληκτική ημέρα. Ούσα η ίδια πρόσφυγας, ξέρω πως αυτές οι μικρές στιγμές κανονικότητας κάνουν όλη τη διαφορά όταν είσαι ξενιτεμένος. Η κρίση βγάζει το καλό ή το κακό στους ανθρώπους και σε εσάς έβγαλε το καλό. Μπορεί να κάνω και λάθος, δεν θέλω επειδή έμεινα έναν μήνα στο Παγκράτι να ισχυρίζομαι πως καταλαβαίνω τα πάντα για τους Ελληνες, αλλά πραγματικά έχω εντυπωσιαστεί».

Τραμπ και Τουρκία

Μετά την Ελλάδα είχε προγραμματίσει να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη. Αλλαξε, όμως, τα εισιτήριά της και πήγε κατευθείαν στην Ιταλία. «Τελευταία φορά ήμασταν στην Τουρκία το καλοκαίρι όταν έγινε το πραξικόπημα, είχαμε τρομοκρατηθεί τόσο πολύ που ήμασταν έτοιμοι να έρθουμε στην Ελλάδα», εξηγεί. Στην Κωνσταντινούπολη πήγε πρώτη φορά το 1996 και την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Το 2003 πήρε μια μεγάλη προκαταβολή για ένα βιβλίο και αγόρασε ένα μικρό διαμέρισμα με θέα τον Βόσπορο. Εκτοτε, μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Αμερικής και Τουρκίας. «Ημασταν ευτυχισμένοι εκεί μέχρι τα γεγονότα του 2013 στο πάρκο Γκεζί. Από εκεί άρχισαν να αλλάζουν όλα. Ξέρεις, το τελευταίο διάστημα έχω δεχθεί διπλό πλήγμα – ένα στην Αμερική με τον Τραμπ και ένα στην Τουρκία. Θα δούμε τι θα γίνει, ποιος ξέρει; Ισως τελικά μετακομίσουμε στην Ελλάδα».

Η συνάντηση


«Περνάτε μια βαθιά ύφεση που έχει κρατήσει υπερβολικά, αλλά οι αμυντικοί σας μηχανισμοί είναι δυνατοί, αντέχετε!», λέει η Ανια βον Μπρέμζεν.

Δεν ξέρω εάν το γεύμα ήταν όπως το φανταζόταν η Ανια, σαν αρχαίο συμπόσιο, αλλά όλοι μιλήσαμε για τη σχέση μας με το φαγητό, ενώ ο Αρης Βεζενέ μας μαγείρεψε ένα πραγματικά επικό γεύμα δώδεκα πιάτων: από ορεκτικά με αυγοτάραχο και αχινούς μέχρι σμυρναίικα σουτζουκάκια, κατσικάκι Βόνιτσας και ψάρι μαγειρεμένο σε αμπελόφυλλα. Για επιδόρπιο πήραμε κόλλυβα και ρυζόγαλο.

Oι σταθμοί της

1963

Γεννήθηκε στη Μόσχα.

1974

Μετανάστευσε με τη μητέρα της στην Αμερική.

1981

Γίνεται δεκτή στη φημισμένη σχολή Julliard για να σπουδάσει πιάνο.

1983

Αναγκάζεται να αφήσει τις σπουδές της λόγω ενός τραυματισμού στο χέρι.

1991

Ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση και γράφει το πρώτο βιβλίο της.

1992

Της απονέμουν το περίφημο βραβείο James Beard.

2003

Μετακομίζει στην Κωνσταντινούπολη.

2017

Ξεκινάει το έβδομο βιβλίο της, που περιλαμβάνει ιστορίες και συνταγές από την Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ