ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Το κόστος της βιωσιμότητας του χρέους

ΗΛΙΑΣ ΠΕΝΤΑΖΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Όσο πλησιάζει ο Αύγουστος της δήθεν εξόδου (αν φυσικά δεν υπάρξει παράταση της τελευταίας στιγμής) θα εντείνεται η ασύστολη προπαγάνδα από διατεταγμένους κονδυλοφόρους ότι τα μνημόνια τελειώνουν. Ο καθ’ ύλην αρμόδιος, όμως, κ. Τσακαλώτος, δεν παρουσιάζεται στη Βουλή για να ενημερωθούμε με ποιον τρόπο τελειώνουν.

Ας δούμε συνοπτικά πώς έχουν τα πράγματα. Το δημόσιο χρέος βρίσκεται περίπου στα 330 δισ. ευρώ (+/-180% του ΑΕΠ). Το χρέος αυτό, ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως τα κριτήρια που έχουν συμφωνηθεί στο Eurogroup, δεν είναι ούτε διαχειρίσιμο ούτε βιώσιμο. Για να γίνει βιώσιμο θα πρέπει οι χρηματοδοτικές ανάγκες να παραμείνουν, στη μεταμνημονιακή εποχή, κάτω από το 15% του ΑΕΠ τουλάχιστον για μία δεκαετία και στη συνέχεια κάτω από το 20%. Το πρόβλημα γίνεται βαρύτερο από το σφίξιμο της δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβάλλει το Eurogroup, απαιτώντας πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για 5 χρόνια και στη συνέχεια 2% για 40 χρόνια.

Για όσους γνωρίζουν οικονομία είναι προφανές ότι τα πλεονάσματα αυτά δεν επιτυγχάνονται! Ισως να μπορούσαν να επιτευχθούν αν είχαμε ανεξάρτητη συναλλαγματική πολιτική (που δεν έχουμε, λόγω ευρώ), αν η εγχώρια ζήτηση αντικαθίστατο ομαλά από το εξωτερικό (που δεν συμβαίνει, διότι δεν έχουμε πρόσβαση στις αγορές), αν είχαμε κοινωνική συναίνεση (που δεν έχουμε, διότι οι κρατικοδίαιτες συντεχνίες δεν υπολογίζουν τίποτα μπρος στο συμφέρον τους) και αν είχαμε και πολιτική συναίνεση (που δεν έχουμε, κυρίως λόγω της καταστροφικά, διχαστικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση).

Κλειδί, βέβαια, για τη βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι μόνο η γενικόλογη «ελάφρυνση» που μηρυκάζουν πολλοί, αλλά η έκταση αυτής της ελάφρυνσης, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από τη μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους, δηλαδή του πραγματικού εξοφλητέου ποσού (φυσικά, σε πλαίσιο που δεν παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο). Επισημαίνουμε ιδιαίτερα την ονομαστική αξία και όχι την παρούσα αξία, γιατί αυτή μπορεί να εμφανίζεται μικρότερη από την ονομαστική και να επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες (π.χ. πληθωρισμό).

Αν και η Ελλάδα σχεδίασε και βγήκε πρόσφατα στις αγορές δύο φορές, η κάλυψη που πέτυχε οφείλεται αποκλειστικά στην προσδοκία των αγορών για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Η κυβέρνηση όμως έχει ήδη ανατρέψει τον αρχικό σχεδιασμό της για νέο (3ετές η 10ετές) ομολογιακό δάνειο, γιατί βλέπει ότι η «λύση» του χρέους δεν έρχεται και βλέπει ότι οι αγορές το κρίνουν ανάλογα. Αν δεν προχωρήσει η συζήτηση για το χρέος, παραμένει ερωτηματικό εάν θα υπάρξει νέα προσφυγή στις αγορές μέχρι την έξοδο.

Οπως προαναφέραμε, με τα συμφωνηθέντα κριτήρια του Eurogroup, το χρέος δεν είναι βιώσιμο γιατί δεσμεύεται η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει τον εαυτό της μέσω αγορών με πολύ υψηλά επιτόκια, γεγονός που θα του δημιουργήσει εκρηκτική δυναμική. Οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος που ενδιαφέρεται πρωτίστως για την υγεία της χώρας, θα προτιμούσε, αντί να στραγγαλίζεται η οικονομία με υπερπλεονάσματα για να δημιουργήσει η κυβέρνηση «μαξιλάρι» προεκλογικών παροχών, τα χρήματα αυτά να διατεθούν από τους εταίρους όπως είχε συμφωνηθεί το 2014 και έχει επισημάνει κατά κόρον ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Για να αποδώσουμε όμως τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, να επισημάνουμε και τον αρνητικό ρόλο των Ευρωπαίων εταίρων, οι οποίοι για δικούς τους λόγους αδιαφορούν για τη ζημία που προκαλούν τα υπερπλεονάσματα στη χώρα. Ο γράφων, έχοντας περάσει πολλά χρόνια της ζωής του σε θεσμικά όργανα των Βρυξελλών, γνωρίζει από μέσα τα γρανάζια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Μπορεί λοιπόν να βεβαιώσει ότι σταθερή πολιτική της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας παραμένει η «δημιουργική ισορροπία».

Ειδικότερα, ο μεν «υπερτιμημένος» επίτροπος κ. Μοσκοβισί, φίλα προσκείμενος (λόγω αριστερών καταβολών) στον κ. Τσίπρα, «βλέπει» τη θέση του προέδρου της Ευρ. Επιτροπής και πασχίζει για την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης, η δε Ευρ. Επιτροπή του κ. Γιούνκερ, λόγω επερχόμενων ευρωεκλογών (και ανοδικού ακροδεξιού ρεύματος στην Ευρώπη), έχει ανάγκη, πριν κλείσει τη θητεία της, να δείξει κάτι σαν ελληνικό «success story» ή «τετραγωνισμό του κύκλου», εφόσον επιδιώκουν και να φανεί ότι υπάρχει οικονομική πρόοδος στην Ελλάδα και να εξασφαλίσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, και να μειώσουν την ανάμειξή τους στα ελληνικά δρώμενα, και να αποφύγουν ένα νέο «κακό προηγούμενο» στην Ευρωζώνη.

Ετσι λοιπόν το Eurogroup αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν, προσευχόμενο ότι η ανάγκη δανεισμού από τις αγορές θα «κρατήσει» την ελληνική κυβέρνηση σε ορθή δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς βέβαια να μπορεί να διασφαλίσει μέσω ενός μηχανισμού παροχής κινήτρων ότι η χώρα δεν θα αυξήσει το υπέρμετρο ήδη χρέος.

Θα τολμούσα να πω ότι η στάση των εταίρων είναι αρκούντως καιροσκοπική, διότι υπονομεύουν την «προληπτική γραμμή», ενώ αντίθετα «ευλογούν» μια ανερμάτιστη κυβέρνηση όπως η σημερινή, αν παραμείνει στην εξουσία, να μπορεί να βγει στις αγορές, να δημιουργήσει νέο δανεισμό και να διαρθρώσει τις αποπληρωμές των νέων δόσεων κατά τρόπο που θα δίνει χρονικά εξοφλητική προτεραιότητα στον πρόσφατο δανεισμό, εις βάρος των αποπληρωμών του ήδη υπάρχοντος επισήμου χρέους. Με αυτόν τον τρόπο οι αγορές μπορεί να είναι «επιρρεπείς» στο να δανείσουν, άσχετα αν η χώρα εκπληρώνει τις επίσημες υποχρεώσεις της.

Αν η Ελλάδα φύγει τελικά από το μνημόνιο με τα μέτρα που προτείνει το Eurogroup, η θηλιά μπαίνει στον λαιμό της επόμενης κυβέρνησης που θα έχει να διαχειριστεί, από το 2020, πιθανή αύξηση του ονομαστικού χρέους, διατήρηση του υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος, αδυναμία ώθησης αναπτυξιακής δυναμικής και ασφυκτικότερη μεταμνημονιακή εποπτεία.

Είναι προφανές ότι σε εκείνη τη χρονική στιγμή, το κόστος επαναφοράς της βιωσιμότητας του χρέους θα είναι ασυγκρίτως βαρύτερο από ό,τι σήμερα, καθώς θα έχουν συσσωρευτεί στο μεταξύ και τα χρέη του ιδιωτικού τομέα. Αρα θα βρεθούμε να μιλάμε (πάλι) για νέα αναδιάρθρωση ή και απομείωση αυτών των χρεών από την Ευρώπη.

* Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι τ. γ.γ. του υπουργείου Οικονομικών και τ. πρόεδρος του ΟΔΔΗΧ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ