ΝΙΚΟΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ*

Δεν υποφέρουμε από εμφύλιο τραύμα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​το φύλλο στις 22.4.2018, ο συνάδελφος Στάθης Καλύβας δηλώνει με ηχηρό τρόπο ότι στην Ελλάδα σήμερα δεν υφίσταται εμφύλιο τραύμα. Υποστηρίζει πως: α) δεν υπάρχουν επαρκείς εμπειρικές έρευνες που να τεκμηριώνουν τις τραυματικές συνέπειες του Εμφυλίου, β) οι οδυνηρές κλινικές συνέπειές του έχουν σβηστεί, γ) το όποιο τραύμα αφορά κυρίως υποστηρικτές της Αριστεράς.

Επειδή ενίοτε το νόημα γλιστρά στην επιφάνεια των λέξεων, εκθέτω μερικές συναφείς αλλά και περί του αντιθέτου σκέψεις. Από τις σπουδές τραύματος γνωρίζουμε ότι: 1) υπάρχουν ατομικές περιπτώσεις δυσάρεστων εμπειριών που κληροδοτούνται έως και την τρίτη γενιά, 2) όταν συντρέχουν υποστηρικτικοί παράγοντες τα τραύματα των γονέων δεν επηρεάζουν αρνητικά την εξέλιξη των παιδιών, 3) υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο κλινικό-ατομικό και στο συλλογικό-πολιτισμικό τραύμα. Στέκομαι στο τρίτο σημείο.

Το να υφίστανται χιλιάδες άνθρωποι τις συνέπειες ενός βλαπτικού γεγονότος (όπως π.χ. οι κάτοικοι της Ν. Ορλεάνης τον τυφώνα «Κατρίνα», ή οι κάτοικοι της Μάνδρας Αττικής μια φονική πλημμύρα) δεν καθιστά την εμπειρία τους αυτομάτως και εξ ανάγκης συμμεριστή, καθώς μπορεί ο καθένας να βιώνει και να διαχειρίζεται το πλήγμα ξεχωριστά και άρα να μη συγκροτείται κοινή ταυτότητα σε βάθος χρόνου γύρω από αυτό. Θα πρόκειται για τη συνάθροιση πολλών ατομικών τραυματικών εμπειριών που κάποτε μπορούν να οδηγήσουν σε κλινικές παθολογικές καταστάσεις με κυριότερο το λεγόμενο μετα-τραυματικό σοκ. Οταν, όμως, στο πλαίσιο της πολιτισμικής κοινωνιολογίας (και όχι του χαλαρού πολιτικού λεξιλογίου) μιλάμε για συλλογικό-πολιτισμικό τραύμα, αναφερόμαστε σε κάτι άλλο. Πρόκειται για βλαπτικά γεγονότα του παρελθόντος που έχουν χαράξει ανεξίτηλα τα συστήματα αναφοράς μιας κοινωνίας ή ενός τμήματός της και κατόπιν εγείρουν ερωτήματα ως προς την ταυτότητα ατόμων και ομάδων.

Για να υπάρξει πολιτισμικό τραύμα πρέπει εκ των υστέρων μια οδυνηρή εμπειρία να αποσπασθεί από τον ατομικό βιόκοσμο, να μεταφερθεί στη δημόσια σφαίρα, να εξηγηθεί και να αναπαρασταθεί. Συνεπώς, τα πολιτισμικά τραύματα δεν προκύπτουν αφ’ εαυτών και εκ του μηδενός, δεν «είναι» αλλά «γίνονται», εκδηλώνονται ως συμβεβηκότα μέσης και μακράς διάρκειας. Στην ιστορία των κοινωνιών συντελούνται τραυματικά γεγονότα που παρέμεναν επί πολύ ή εξακολουθούν να παραμένουν στο ημίφως της οικογενειακής-ατομικής σφαίρας (και παθολογίας) χωρίς να εγγράφονται στον δημόσιο λόγο. Τέτοια ήταν η περίπτωση της μαζικής σφαγής της πολωνικής πολιτικο-στρατιωτικής ελίτ από τους σοβιετικούς στο Κατίν το 1940, που επί 50 χρόνια επισήμως δεν «υπήρχε». Ομοίως, και το πραξικόπημα και οι ενδοελληνικές συγκρούσεις στην Κύπρο, το μνημονικό ίχνος των οποίων βέβαια σκεπάστηκε από την τουρκική εισβολή.

Επιπλέον, τα πολιτισμικά τραύματα συνιστούν ιστορικά παράγωγα νοηματικής (ανα)κατασκευής μέσα από εναντιωματικές αφηγήσεις και αιτιάσεις που αφορούν τη φύση του πλήγματος, την ταυτότητα των θυμάτων και τις ευθύνες των θυτών. Πρόκειται για μια διαδικασία στην οποία εμπλέκονται εκόντες άκοντες ποικίλοι φορείς και διαχειριστές της ηθικής: διανοούμενοι, καλλιτέχνες, κοινωνικοί επιστήμονες, δημοσιογράφοι, ακτιβιστές, κόμματα, σωματεία, κ.λπ.

Αρα, όταν για ένα τόσο δραματικό και οδυνηρό γεγονός που ήταν ο Εμφύλιος, αναπτύσσεται εκ των υστέρων στη δημόσια σφαίρα εναντιωματικός και εξακολουθητικός διάλογος (όπως τώρα από τούτες τις γραμμές), σημαίνει ότι αυτό έχει αποκτήσει νοηματικές διαστάσεις με διαγενεακή αναφορά. Οι συνέπειές του εκτείνονται χρονικά και ο πόνος που τις συνοδεύει δεν περιορίζεται στους άμεσα εμπλεκομένους ως άτομα, αλλά αναμεταφράζεται σε συλλογική εμπειρία και της κατιούσας γενεάς. Αλλως, δεν θα είχαμε τα τελευταία χρόνια τέτοια πληθώρα μυθιστορημάτων, ταινιών, θεατρικών παραστάσεων, άρθρων, ιστοσελίδων, βιβλίων, συνεδρίων και εκθέσεων για τον Εμφύλιο. Δεν νομίζω ότι θα διάλεγαν τον εμβληματικό τίτλο «Εμφύλια Πάθη» οι κ. Καλύβας - Μαραντζίδης για το βιβλίο τους και ούτε αυτό θα είχε πωλήσει τόσο πολύ αν ο Εμφύλιος ως ανανοηματοδοτούμενο οδυνηρό παρελθόν –ένα παρελθοντικό παρόν– δεν αφορούσε τη μνήμη, το συναίσθημα και την ταυτότητα πολλών εξ ημών και αν δεν ήγειρε ερωτήματα γύρω από τη συλλογική μας ταυτότητα. Ταυτότητα, που δεν αφορά μόνο τους αριστερούς και την Αριστερά, αφενός, και που βεβαίως δεν είναι μία και ενιαία, αφετέρου.

Η δημόσια διεργασία του εμφύλιου πολιτισμικού τραύματος έχει περάσει από τη «λήθη» (1950-1974) στην «εθνική συμφιλίωση» (1975-1989) και από εκεί στην «αναστοχαστική επεξεργασία» του παρελθόντος (1990-2018). Στην τελευταία φάση οι διαφορετικές ερμηνείες του εμφυλίου μάς βοηθούν να κατανοήσουμε παρελθόν και παρόν και την προσδοκία του μέλλοντος. Είναι άλλο πράγμα λοιπόν –και λάθος– να αναφέρεται κανείς στο τραύμα του εμφυλίου με όρους κλινικής-ατομικής παθολογίας και άλλο να τον κατανοούμε ως «πολιτισμικό τραύμα» που λειτουργεί ως «ολικό κοινωνικό γεγονός». Το άρθρο του κ. Καλύβα θίγει και άλλα ζητήματα που δεν μπορούν εδώ να απαντηθούν. Κάποιες απαντήσεις μπορούν να αναζητηθούν στο Ν. Δεμερτζής, Ε. Πασχαλούδη, Γ. Αντωνίου (επ.) «Εμφύλιος. Πολιτισμικό τραύμα» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2013).

* Ο κ. Νίκος Δεμερτζής είναι καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ και διευθυντής του Εθνικού Κέ-ντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ