ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ*, ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΛΑΣ*

Πρέπει να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο κατώτατος μισθός είναι η ελάχιστη αμοιβή που ως κοινωνία αποδεχόμαστε, αλλά για τη διαμόρφωσή του πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αντοχές της οικονομίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Βασίλης Μοναστηριώτης*

Μία αύξηση δεν θα έβλαπτε

 ​Ο κατώτατος μισθός είναι η ελάχιστη αμοιβή που ως κοινωνία αποδεχόμαστε για μία ώρα εργασίας. Αν η οικονομία παράγει μισθούς κάτω του κοινωνικώς αποδεκτού, τότε η πολιτεία οφείλει να παρέμβει.

Βέβαια, το κοινωνικώς αποδεκτό μπορεί να μην είναι τεχνικά εφικτό. Οχι γιατί –όπως λένε τα οικονομικά εγχειρίδια– σε συνθήκες «τέλειου ανταγωνισμού» οι κατώτατοι μισθοί πάντα βλάπτουν την απασχόληση. Αλλά γιατί ένα πολύ υψηλό επίπεδο κατώτατου μισθού μπορεί, ακόμη και σε «πραγματικές συνθήκες» (αβεβαιότητα, ανεπαρκής ζήτηση, ασύμμετρη εργοδοτική δύναμη), να ακυρώσει τις θετικές επενέργειες του κατώτατου μισθού. Ποιες είναι αυτές;

Ο κατώτατος μισθός διορθώνει την τάση που υπάρχει σε οικονομίες που βρίσκονται σε ανισορροπία να παράγουν μισθούς κάτω από το «οριακό προϊόν της εργασίας» (όπου δηλαδή ο εργαζόμενος πληρώνεται λιγότερο από αυτό που παράγει), ιδίως στους κλάδους χαμηλής εξειδίκευσης, δυνητικά αυξάνοντας τόσο τους μισθούς όσο και την απασχόληση. Επιπλέον, ενισχύει τη ζήτηση σε οικονομίες με χαμηλή συσσώρευση κεφαλαίου και εξωστρέφεια. Τέλος, ωθεί τις επιχειρήσεις να επενδύσουν στις δεξιότητες του προσωπικού τους, στην καινοτομία και στην επέκταση σε νέες αγορές και δραστηριότητες – αυξάνοντας έτσι την παραγωγική ικανότητα και ανθεκτικότητα της οικονομίας. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με το χαμηλό του επίπεδο, συνηγορούν σε μια λελογισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα.

Το επίπεδο του κατώτατου μισθού θα πρέπει να αποφασίζεται με βάση τρία κριτήρια: α. Τη γενικότερη πολιτική ανάπτυξης (ποιους κλάδους και ειδικότητες θέλουμε να ενθαρρύνουμε και πώς το φορολογικό σύστημα και οι πολιτικές καινοτομίας και εξωστρέφειας επιτρέπουν κάτι τέτοιο). β. Τη μακροοικονομική συγκυρία (πληθωρισμός, κόστος δανεισμού, εξαγωγές, δημοσιονομικά). γ. Τις συνθήκες στην αγορά εργασίας (μεταβολές σε απασχόληση και μέσους μισθούς, ένταση ζήτησης, διάφορες «στενώσεις») και σε κλάδους που επηρεάζονται δυσανάλογα από τον κατώτατο μισθό.

Η σύγχρονη, διεθνώς, λύση για κάτι τέτοιο είναι η δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής, που θα συμβουλεύει τις κυβερνήσεις επί του θέματος και θα διευκολύνει τον διάλογο μεταξύ ειδικών και κοινωνικών εταίρων. Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η Ελλάδα στη μεταμνημονιακή εποχή.

* Ο κ. Βασίλης Μοναστηριώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο European Institute του LSE.

Κώστας Μήλας*

Δεν αντέχει η οικονομία

 ​​Η κυβέρνηση μιλάει για αύξηση του κατώτατου μισθού. Δεν φαίνεται όμως να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μελέτη για το κατά πόσον πρέπει να αυξηθεί αυτός. Η βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ (στοιχεία μέχρι και το 2016) μας πληροφορεί ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχούσε, το 2016, στο 33% του μέσου μισθού, σε σύγκριση με 42% στην Πορτογαλία και 31% στην Ισπανία. Η σύγκριση λοιπόν με την ευρωπαϊκή περιφέρεια δίνει «μεικτή εικόνα» ως προς το επίπεδο του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα.

Για να αξιολογήσουμε, όμως, τις δυνατότητες αύξησης του κατώτατου μισθού θα πρέπει να τον συγκρίνουμε με τις πραγματικές αντοχές της ελληνικής οικονομίας. Πράγματι, ο κατώτατος μισθός επηρεάζεται θετικά από το γενικό επίπεδο μισθών και την ανταγωνιστικότητα τιμών και αρνητικά από το ποσοστό ανεργίας. 

Ποσοτικές εκτιμήσεις του γράφοντος (οι οποίες βρίσκονται στη διάθεση της «Καθημερινής») οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008-2009 αλλά και ώς το 2011, ο κατώτατος μισθός κινήθηκε μέχρι και 12,7% πάνω από τις αντοχές της οικονομίας μας (όπως αυτές διαμορφώθηκαν από το γενικό επίπεδο μισθών, την ανταγωνιστικότητα και το ποσοστό ανεργίας). Αυτή η εξέλιξη δυστυχώς συνέβαλε στην «απογείωση» της ανεργίας από το 9,6% το 2009 στο 24,4% το 2012.

Από την άλλη πλευρά, η τριετία 2012-2014 κατέγραψε «βίαιη» προσαρμογή του κατώτατου μισθού προς τα κάτω. Μέρος όμως αυτών των απωλειών αναπληρώθηκε τη διετία 2016-2017, με τον κατώτατο μισθό να υπερβαίνει, το 2017, κατά 1,4% τις αντοχές μας.

Καθώς λοιπόν ο κατώτατος μισθός βρέθηκε το 2017 (έστω και) 1,4% πάνω από τις οικονομικές μας αντοχές, πιστεύω ότι η οικονομία μας δεν είναι ακόμη έτοιμη να «απορροφήσει» αύξηση του κατώτατου μισθού. Και τούτο επειδή ενδεχόμενη αύξηση, το 2018, θα έθετε υπό αμφισβήτηση την αποκλιμάκωση της ανεργίας η οποία, ευρισκόμενη σήμερα στο 20-21%, παραμένει το Νο 1 πρόβλημα της οικονομίας. 

Σε κάθε περίπτωση, πρώτα πρέπει να αξιολογήσουμε την αύξηση του μέσου μισθού βάσει των εξελίξεων (κατά κύριο λόγο) στην παραγωγικότητα της εργασίας και μετά να ακολουθήσει η (όποια) αύξηση του κατώτατου μισθού.

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του ερευνητικού τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ