Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σταύρος Θεοδωράκης: Δύσπνοια στο ασανσέρ

Αν στρώνατε ένα τραπέζι για τέσσερις και ο ένας ήταν ο Σταύρος Θεοδωράκης, ποιοι θα ήταν οι άλλοι δύο που θα συμπλήρωναν το καρέ; Πάντως, όχι η Τόνια Αντωνίου ή ο Μιχάλης Καρχιμάκης. Τα ονόματα είναι τυχαία, αλλά δεν είναι χωρίς σημασία. Εχοντας ποντάρει με υπερβολική αυτοπεποίθηση –όπως πάντα– στο εκλογικό στοίχημα της Κεντροαριστεράς, ο Θεοδωράκης κατέληξε όχι απλώς στο ίδιο τραπέζι, αλλά στο ίδιο ασανσέρ με πρόσωπα που μέχρι πρότινος περιέγραφε δημοσίως ως «το παλιό».

Εξι μήνες τώρα κλεισμένος στο ασανσέρ, ούτε τους κατάλαβε ούτε τον κατάλαβαν. Αυτό δείχνει και ο προχθεσινός, βαρέως κωμικοτραγικός, χαρτοπόλεμος μεταξύ της Σεβαστουπόλεως και της Χαριλάου Τρικούπη. Το Ποτάμι αντίδρασε με σημαίες και ταμπούρλα ανεξαρτησίας στο ανακοινωθέν της Γεννηματά, που ανακαλούσε δημοσίως όλες τις συνιστώσες «της» στη γεννηματική νομιμότητα.

Εκ των υστέρων, η εμβέλεια του ανακοινωθέντος περιοριζόταν στους αυτοδιαφημιζόμενους ως μοσχογαμπρούς ενός συνοικεσίου με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Θεοδωράκης, έλεγαν, ήταν μεν στη λίστα των παραληπτών, αλλά πολύ χαμηλότερα. Του προσάπτουν ότι «θόλωσε το στίγμα» για «εκλογές τώρα»· και τους προσάπτει ότι η γραμμή χαράχθηκε ερήμην του.

Η δήλωσή του, πάντως, ότι οι εκλογές δεν χρειάζονται γιατί δεν θα αλλάξουν κάτι, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποκαλύψει το αδήλωτο κίνητρό της: Ο Σταύρος δεν θέλει τις εκλογές, επειδή για εκείνον θα αλλάξουν τα πάντα. Οι κάλπες θα σημάνουν την οριστική απορρόφηση του Ποταμιού. Αυτή η προδιαγεγραμμένη κατάληξη είναι που, σύμφωνα με στελέχη του χώρου, αποπροσανατολίζει τον Θεοδωράκη, προκαλώντας του κάθε τόσο δημόσιες κρίσεις δυσανεξίας.

Λένε ότι η Γεννηματά έχει προσπαθήσει να καταπολεμήσει τη δυσανεξία. Χωρίς το Ποτάμι, το εγχείρημα θα έμοιαζε με επανασυγκόλληση των θραυσμάτων του παλαιού ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έδωσε στον νέο της εταίρο μεγάλο μερίδιο στα όργανα του Κινήματος Αλλαγής – δυσανάλογα μεγάλο, αν το συγκρίνει κανείς με την εκλογική επίδοση του ίδιου του Θεοδωράκη. Οι ποσοστώσεις, όμως, δεν λειτούργησαν καταπραϋντικά. Η ερμηνεία που δίνουν παλαιά στελέχη του χώρου είναι ότι ο επικεφαλής του Ποταμιού «στερείται κομματικής παιδείας». Ο αντίστροφος ορισμός θα ήταν ότι στερείται εξοικείωσης με τις παραδόσεις της πασοκικής κουζίνας.

Οποια εκδοχή κι αν διαλέξει κάποιος, ο Θεοδωράκης φαίνεται να έχει μπει σε φάση που θα χάνει διαρκώς ευκαιρίες να σιωπήσει. Το ασανσέρ έχει κολλήσει. Και ο Σταύρος φαίνεται σαν να ξέρει μόνο τι δεν θέλει.

 

Πρίγκιπας Κάρολος: Αυλικοί χωρίς μονάρχη

Ο​​ταν ένα φεστιβάλ επίσημης ελαφρότητας. Η επίσκεψη του πριγκιπικού ζεύγους παρήγαγε τον αναμενόμενο βόμβο: Τι φόρεσαν, τι ήπιαν, τι έφαγαν. Πολιτικό νόημα τής προσήψε μόνο ο «Ρουβίκωνας» – που αφιέρωσε στον Κάρολο μια εισβολή του· και ένα παρακλάδι της ζόμπι Δεξιάς, που στην υποδοχή και στα δείπνα είδε την Αριστερά να προσκυνά το στέμμα. Ομως, ούτε η συριζαϊκή εξουσία είναι ακριβώς αριστερή (ποια Αριστερά επιτρέπει στον εαυτό της τέτοια έκδηλη λαιμαργία για τα λούσα;) ούτε ο Κάρολος εκπροσωπεί ακριβώς τη μοναρχία. Εκπροσωπεί μια μοναρχία από την οποία έχει αφαιρεθεί εδώ και αιώνες η αρχή. «Αν η Βουλή το αποφασίσει, η βασίλισσα είναι υποχρεωμένη να υπογράψει ακόμη και τη θανατική της καταδίκη», έγραφε ήδη πριν από 150 χρόνια ο Γουόλτερ Μπάτζετ.

Ακόμη και ξεδοντιασμένος, αυτός ο θεσμός εξακολουθεί να έχει νόημα για τους Βρετανούς – για ένα έθνος, όπως λένε, με τέσσερις «εθνικές» ομάδες ποδοσφαίρου, αλλά μόνο ένα θρόνο. Ο θεσμός μαθαίνει. Και όπως είδαμε και στις εικόνες από την Ερμού, έχει μάθει να μεθοδεύει ελεγχόμενα ακόμη και τη χιουμοριστική υπονόμευση του εαυτού του. Μαθαίνει να επιστρατεύει την αγγλική τέχνη του αυτοσαρκασμού για να ανανεώνει την ακτινοβολία του: Ψωνίζει κουλούρια· ρουφάει φρέντο σαν να ήταν το απογευματινό τσάι· «ξηλώνει» το μουσειακό του κοστούμι με ξεκούδουνα μανικετόκουμπα. Ο θεσμός έμαθε μετά την Νταϊάνα ότι εξαρτάται από τα media και εξελίχθηκε έτσι ώστε να τα έχει με το μέρος του. Είναι ένας θεσμός που στην Ελλάδα είχε ιστορικά ανάποδη λειτουργία απ’ ό,τι στη νεωτερική εκδοχή του στο Ηνωμένο Βασίλειο: Εκεί συμβόλιζε την ομοψυχία. Εδώ τον διχασμό.

Σε μια συνέντευξή του στο Spiegel, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας έλεγε πέρυσι ότι «οι Γάλλοι είναι ένα έθνος βασιλοκτόνων μοναρχικών». Αποκεφάλισαν τον βασιλιά τους, αλλά έκτοτε χάσκει στη δημόσια ζωή τους ένα συμβολικό κενό, το οποίο καλείται να αναπληρώσει πατρικά ένας πανίσχυρος πρόεδρος. Ο πρόεδρος καλείται να εκπέμψει την εκκοσμικευμένη μαγεία, χωρίς την οποία ακόμη και η δημοκρατικά νομιμοποιημένη εξουσία δεν μπορεί να συγκινήσει· δηλαδή να τελεσφορήσει.

Παρακολουθώντας τη συνάντηση της βρετανικής μοναρχίας με την ελληνική «ελίτ», είχε κανείς την ευκαιρία να φανταστεί πώς θα ήταν η ζωή αν δεν είχαμε εκθρονίσει τους βασιλιάδες. Δεν χρειάστηκε πολλή φαντασία. Τα ίδια πρόσωπα –σκυμμένα, χαμένα ή τραβηγμένα– ενσαρκώνουν, ούτως ή άλλως, την παλιά παρομοίωση του Ρενέ Ζιράρ: Παριστούν τη δημοκρατία σαν μεγάλη μικροαστική αυλή, όπου οι αυλικοί είναι παντού και ο μονάρχης πουθενά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ