ΒΙΒΛΙΟ

Ξεχωρίζοντας στιγμές από την αιωνιότητα που λέγεται «ζωή»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχει μια στιγμή, μέσα στην αιωνιότητα που καλείται «ζωή», που μια στάση, μια ανάσα, είναι αναγκαία. Αναδύεται ως υποχρέωση, απέναντι στον κόσμο και στα πράγματα, ένας μικρός απολογισμός για όσα ώς εκείνη τη στιγμή έχει κανείς απορροφήσει – ορισμένες φορές, δίχως να έχει φιλτράρει. Οι ποιητές το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αυτό, αφού οι κατά τεκμήριο λιγοστές τους καταγεγραμμένες λέξεις αποζητούν έναν τρόπο να ξεχωρίσουν στιγμιότυπα, να πάρουν θέση απέναντι σε αυτή την αιωνιότητα – μια αιωνιότητα που διαρκεί όσο η ζωή. Ο Νάσος Βαγενάς, με τις μεταφράσεις του, ο Χάρης Βλαβιανός, με τις μεταφράσεις και τα ποιήματά του, και ο Γιάννης Μεταξάς, με τα ποιήματά του, είναι σαν μια μπάμπουσκα: από τις λέξεις των άλλων, περνάς στις λέξεις των άλλων που γίνονται ένα με τις δικές σου και, τελικά, φτάνεις μόνο στις δικές σου. Οι τρεις εκδόσεις είναι ο τρόπος των ποιητών να κάνουν «διακοπές στην πραγματικότητα», για να δανειστούμε έναν προ ετών τίτλο συλλογής του Χάρη Βλαβιανού. Οι «Τρεις ερημίτες και άλλα ποιήματα», η «Αυτοπροσωπογραφία του λευκού» και το «Μετά όμως, μετά...» είναι το πάγωμα του χρόνου – εκείνο το στιγμιότυπο όπου ο ποιητής συντονίζεται με το παρελθόν, σε μια προσπάθεια να κρατήσει το μέλλον μακριά, να μείνει το μέλλον για λίγο ακόμα μέλλον.

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
Οι τρεις ερημίτες και άλλα ποιήματα
εκδ. Περισπωμένη, σελ. 24

Μπόρχες, Φροστ, Μπετελόνι, Αχμάτοβα, Μπέρενγκαρτεν, Γέιτς, Λεοπάρντι, Μπρεχτ, Ρικς, Μπρόντσκι, Ορ. Εντεκα ποιητές στα χέρια του ποιητή, θεωρητικού της λογοτεχνίας και μεταφραστή Νάσου Βαγενά γίνονται νεύμα προς τον αναγνώστη που συνάζει «αθόρυβα όσα ακόμα σου απομένουν». Τι απομένει, όμως, ακόμα στον αναγνώστη; Μήπως λίγα χρόνια ζωής; Ενα διάλειμμα από την προσπάθεια κατανόησης και καταγραφής του κόσμου ίσως; Αραγε, «μαύρο το φως πίσω απ’ τη λάμψη της ημέρας»; Ο Νάσος Βαγενάς συγκεντρώνει, στο υπέρκομψο, όπως πάντα, (τέταρτο) «Φυλλάδιο» της Περισπωμένης, τον αχό ενός κόσμου που τελειώνει, μιας πορείας που ολοκληρώνεται – όχι, όμως, οριστικά, αφού ο ποιητής (μεταφραστής εδώ) οικειοποιείται τις λέξεις των άλλων, ώστε να ορίσει το τέλος ενός κόσμου και την αρχή ενός άλλου, που κι εκείνος, με τη σειρά του, θα χρειαστεί κάποτε μια σύντομη παύση. Οι έντεκα ποιητές του Νάσου Βαγενά επελέγησαν και τοποθετήθηκαν σε τέτοια ακολουθία, που ο αναγνώστης παρασύρεται σε ένα καταφύγιο, όπου καλείται να δαγκώσει «αυτό το μήλο που σου φέραν./ Μη θλίβεσαι. Γλυκό είναι, κι ας πικρίζει./ Φά’ το, αν δεν θέλεις να σε φάει το τέρας».

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
Αυτοπροσωπογραφία του λευκού
εκδ. Πατάκη, σελ. 183

Σαν ώριμος από καιρό, σα θαρραλέος – η καβαφική παράφραση είναι το επιστέγασμα της σαρκαστικής συλλογής του Χάρη Βλαβιανού. Πράγματι, η «Αυτοπροσωπογραφία του λευκού» είναι η πεμπτουσία της ποιητικής ειρωνείας και του ατέρμονος αυτοσαρκασμού, είναι αυτό που περισσότερο απ’ όλα γνωρίζει καλά ο ποιητής: «Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, μου ανακοινώνεις το ίδιο νέο/ (προφανώς για να με πληγώσεις):/ “Δεν το έμαθες; Πάει η ποίηση, πέθανε!”». Αυτή η εποχή είναι ο Απρίλης, που για τον Χάρη Βλαβιανό δεν είναι ο πιο σκληρός, αλλά ο πιο αστείος μήνας. Με δικές του λέξεις και με άλλων, δανεισμένες, ο ποιητής επιστρέφει στην ποίηση (έχοντας κάνει, εσχάτως, άλλη μία ενδιάμεση στάση στην πεζογραφία και στο δοκίμιο), δημιουργώντας ένα αναγνωστικό σημείο βρασμού: εκεί που ο κόσμος πάει να διαλυθεί από όσους παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους (και τους άλλους), ο Χάρης Βλαβιανός εκτονώνει τους ατμούς, δίνοντας μια χαραμάδα διαφυγής στο πένθος και στην απώλεια, σε όσα κρατούν τον άνθρωπο μακριά από τις πραγματικές διαστάσεις των συμβάντων. Αφήνοντας το λευκό, αυτό το θαυμάσιο μη-χρώμα, να πει την ιστορία του (με ποίηση, τέχνη, φιλοσοφία, ανεκδοτολογικά αστεία), ο ποιητής δηλώνει: «Η πλήξη, αγαπητέ μου, η μητέρα των Μουσών».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ
Μετά όμως, μετά...
εκδ. Ικαρος, σελ. 93

Συγκεντρωμένες μνήμες, διάχυτοι απολογισμοί. Ο Γιάννης Μεταξάς δημιουργεί ένα μάτι στον κυκλώνα της εμπειρίας, μια σπηλιά, όπου ο ίδιος και ο αναγνώστης παλιννοστούν στο παρελθόν. Το «Μετά όμως, μετά...» είναι μια συλλογή που κοσκινίζει μια μεγάλη πορεία στους ανθρώπους και στις λέξεις τους, σε όσα έχουν κάνει και σε όσα λησμόνησαν να πράξουν. Ο Γιάννης Μεταξάς, με τρεις υπέροχες ζωγραφιές του Γιάννη Ψυχοπαίδη, παίρνει θέση στα «πράγματα», ζητεί να αφεθεί στα χέρια του παρελθόντος, δίχως να του επιτρέπει, όμως, να τον πάει όπου θέλει. Ο ποιητής δεν είναι έρμαιο της εμπειρίας – είναι περισσότερο ένας γραφέας που συγκεφαλαιώνει την προσπάθεια να διαγνωστεί το κρυμμένο, το ξεχασμένο, το ανείπωτο. Ο Γιάννης Μεταξάς έχει αναλάβει τον ρόλο του θεματοφύλακα, εκείνου που κοσκινίζει την πολλή συνάφεια των γεγονότων και διαχωρίζει την ήρα από το στάρι. Το «Μετά όμως, μετά...» είναι ένα σύνολο ποιημάτων, γεμάτων ρυθμό και ευγένεια, «κι αλίμονο σ’ εκείνους που επιμένουνε/ όσα συμβαίνουν να μη βλέπουνε,/ ή κάνουν πως δεν ξέρουν να διαβάζουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ