ΒΙΒΛΙΟ

Νόου σπηκ ήνγκλις και οι σύγχρονοι Ζορμπάδες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Τουρίστες στην καλοκαιρινή Αθήνα παρατηρούν ένα γκράφιτι στην Αθηναϊκή Τριλογία: «Για πάντα ένα δάνειο». Η ευρωπαϊκή νεολαία είδε τα ερείπια της σύγχρονης Αθήνας ως έναν τεράστιο καμβά για γκράφιτι (γκραφιτοτουρισμός).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ι Δυτικοί επισκέπτονται επί τρεις αιώνες την Ελλάδα –από τότε που το ταξίδι στην «Ανατολή» έγινε το περιπετειώδες διαβατήριο έθιμο κάθε νεαρού Ευρωπαίου καλλιτεχνίζοντος στην ενηλικίωση– ακριβώς για να συναντήσουν «Βαλκάνιους», στο όνομα ενός γοητευτικού (κάποτε αρχαιολατρικού και σήμερα αντιπαγκοσμιοποιητικού) εξωτισμού που ειδάλλως δεν θα έβρισκε κανένα άλλο πολιτισμικό ενδιαφέρον στον τόπο αυτό. Ο φιλελληνισμός αυτός, φυσικά, ουδέποτε –ούτε τότε ούτε και τώρα– έβλεπε τους πραγματικούς Ελληνες. Εκείνο που έβλεπε ήταν ο εξωτικός εαυτός του και οι φαντασιώσεις του για κόσμους και τοπία μυθικά και μυθοποιημένα, σε ένα ταξίδι εσωτερικό που επέμενε να αγνοεί την εξωτερική πραγματικότητα. Εξ ου και όταν εντέλει αναγκαζόταν να έρθει σε επαφή με την ίδια την πραγματικότητα, ο εξιδανικευτικός φιλελληνισμός δεν αργούσε να μετατραπεί σε εκνευρισμό και επιθετικότητα, λόγω της μεγάλης απογοήτευσης. Οπως έγραφε ο Γάλλος κόμης ντ’ Εστουρμέλ, που είχε επισκεφθεί την Ελλάδα μετεπαναστατικά, όταν δηλαδή είχε πάψει πια να είναι «ιδέα», και ήταν πλέον ένα «βαρετό» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, όπως τα υπόλοιπα: «Εδώ πρέπει να ζήσει κανείς αποκλειστικά με το παρελθόν, αλλά με τον κίνδυνο να καταρρεύσει από το βάρος του παρόντος. Να συναντήσει μόνο μια θλιβερή πραγματικότητα. Μια άνυδρη γη χωρίς πρασινάδα. Ενα καυτό λιοπύρι. Αιμοβόρα κουνούπια και τον Κολοκοτρώνη». Ο πρώιμος νεοκλασικισμός, που αναζητούσε εδώ αρχαία ερείπια και είχε οδηγό του τον Ομηρο και τον Παυσανία, είχε αρχίσει να αποκτά ρωγμές. 

Του απέμενε όμως η αναζήτηση της γραφικότητας, την οποία θα εντόπιζε αργότερα τον 20ό αιώνα στην αυθεντικότητα των ιθαγενών. Αν έπρεπε να κοιτάξει το παρόν όπως του ζητούσαν, αν έπρεπε δηλαδή να δει τους «πραγματικούς ανθρώπους» και όχι τα ερείπια, τότε εκείνο που θα τον σαγήνευε δεν θα μπορούσε να είναι ό,τι μοιάζει στη «Δύση» αλλά ό,τι θυμίζει τον χαμένο, πρωτόγονο, μα αυθεντικό εαυτό του. Ο Ζορμπάς μπορούσε έτσι να ανακηρυχθεί στον αυθεντικότερο Ελληνα της σύγχρονης ιστορίας. Εξωστρεφής, γλεντζές, γυναικάς, υπερήφανος, μπαγαπόντης, ανορθολογικός και ξεροκέφαλος. Ζούσε το «τώρα» και προκαλούσε καθημερινά τον Θεό και τον θάνατο. Ποιος δεν θα τον ερωτευόταν; Να θυμίσουμε, βέβαια, ότι τη δεκαετία του ’60, όταν αποθεώνεται έξω η περσόνα του Ζορμπά, η Ελλάδα έχει πετύχει ένα αναπτυξιακό θαύμα, μετά μια ξένη κατοχή και έναν εμφύλιο που είχαν αφήσει πίσω πρωτοφανείς καταστροφές. Κι όμως, κανείς δεν ενδιαφερόταν να αναδείξει αυτή την πλευρά της, αλλά η κυρίαρχη εικόνα της, που έκτοτε λίγο έχει αλλάξει, ήταν οι εξωτικοί «ιθαγενείς», το συρτάκι και ο ήλιος της. Είτε επρόκειτο λοιπόν για τα μάρμαρα, είτε για τους Ζορμπάδες, εκείνο που μονίμως απουσίαζε από αυτό το βλέμμα ήταν η επαφή με την αντιφατική αλλά εξίσου γοητευτική σύγχρονη Ελλάδα και την κοινωνία της που πεισματικά προχωρούσε και εκσυγχρονιζόταν.

Τι είδαν άραγε οι ξένοι στην πρόσφατη ελληνική κρίση; Οι προβολές τους ήταν αντίστοιχες. Οσοι γοητεύονται ακόμη από αυτόν τον εξωτισμό (ευρωπαϊκή Αριστερά, αντισυστημικοί, αμερικανικός φιλελευθερισμός) προέβαλαν εδώ τις δικές τους αμφιθυμίες για τον «νεοφιλελεύθερο» παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Οσοι, αντιθέτως, έχουν απογοητευθεί εδώ και καιρό με αυτήν την ατίθαση Ελλάδα «που δεν αλλάζει» (ευρωπαϊκός συντηρητισμός) την είδαν ως ένα βάρος που κακώς κάποτε το ανέλαβαν. Ενδιαμέσως, η ευρωπαϊκή νεολαία είδε τα ερείπια της σύγχρονης Αθήνας ως έναν τεράστιο καμβά για γκράφιτι (γκραφιτοτουρισμός), και προοδευτικές εφημερίδες όπως η Guardian (που είχε προσφάτως τη φαεινή ιδέα να διοργανώσει τουριστικά τουρ στην Ελλάδα της κρίσης), ως ευκαιρία αναβίωσης του παλιού ταξιδιού των αριστοκρατών στην Ανατολή, προκειμένου αυτή τη φορά να δουν πρόσφυγες σε κλουβιά, κατά κυριολεξία.

Εννοείται βεβαίως ότι το ερώτημα είναι πάντα, όχι μόνο πώς σε βλέπουν οι άλλοι, αλλά και πώς ενσωματώνεις ο ίδιος αυτό το βλέμμα. Το ζήτημα ήταν εξαρχής ότι ως ανώριμοι ψευτοανατολίτες χωρίς αυτοπεποίθηση μοιάζουμε να ανταποκρινόμαστε ενθουσιωδώς στον ρόλο του εξωτικού πουλιού, χωρίς να καταλαβαίνουμε την παγίδα της αυτο-υποτίμησης. Αντιθέτως, εδώ και δύο αιώνες τείνουμε να διαμορφώνουμε ένα αντιστασιακό αφήγημα «ιθαγενούς» που θα υποδεχθεί τον ξένο ηγέτη με τη βαλκανική foustanela του, για να του δείξει, τάχα μου, ότι πότε δεν υποτάχθηκε και ποτέ δεν θα υποταχθεί στην κυρίαρχη επείσακτη κουλτούρα. Οτι είναι ελεύθερος, άγριος και ωραίος, όπως ο ήρωας του Καζαντζάκη και το «no speak english» που είδαμε τις προάλλες σε κεντρικό σταθμό του μετρό. Επί δύο αιώνες, παίζεται το ίδιο ακριβώς τροπάριο και αναπαράγεται συμβολικά στις τελετές-παρωδία υποδοχής των ξένων αντιπροσωπειών. Τα διάφορα underdogs με την κουλτούρα του αδικημένου διαμορφώνουν, έτσι, μια ηττοπαθή ταυτότητα αδυνάμου που πάντα κλαίγεται για την αδικία αλλά και πάντα υποτάσσεται αυτοβούλως σε αυτή, ενώ από την πλευρά του, o «μεγάλος» επιβεβαιώνει το δικό του παραδοσιακό αφήγημα του bon pour les Balkans: «Τελικά, τους αξίζει αυτό που είναι».

Από τότε που η γενιά του ’30 είχε πρώτη το σθένος να θέσει ως υπαρξιακό ερώτημα την αναζήτηση μιας ανεξάρτητης ελληνικής φωνής που να συνδιαλέγεται ισότιμα με τη «Δύση», η Ελλάδα εξακολουθεί είτε να ετεροπροσδιορίζεται, είτε να αυτομαστιγώνεται, είτε να αντιστέκεται σε ανύπαρκτους εχθρούς που την «επιβουλεύονται». Οι ξένοι ιδεαλιστές και οι ντόπιοι φτωχοί τω πνεύματι θα αντέτειναν: «Μα η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Οσοι όμως κατανοούν, θα απαντούσαν όπως ο Μάνος Χατζιδάκις: «Σκέφτηκα, σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί».

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ