ΒΙΒΛΙΟ

Το κέρδος και η γοητεία της απόστασης

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Ο Μίροσλαβ Πένκοφ (αριστερά) με τον Μάικλ Οντάατζε, στο πλαίσιο διοργάνωσης «μεντόρων» της Rolex, όπου ο Οντάατζε ανέλαβε τον νεαρό Πένκοφ, ο οποίος τελείωσε το σχολείο στη Σόφια και κατόπιν έφυγε για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του Αρκανσο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΙΡΟΣΛΑΒ ΠΕΝΚΟΦ
Το βουνό των πελαργών
μτφρ.: Ακης Παπαντώνης
εκδ. Αντίποδες, σελ. 464

Ο Μίροσλαβ Πένκοφ  (γενν. 1982) μας είχε δώσει οκτώ καλούς λόγους να αναμένουμε την επόμενη δουλειά του, όσα δηλαδή ήταν τα διηγήματα της εξαιρετικής συλλογής «Ανατολικά της Δύσης» με την οποία μας συστήθηκε πριν από δύο χρόνια. Τα διηγήματα εκείνα τελικά ήταν μια πρόβα, μια δοκιμή, η βάση για μια μεγαλύτερη ιστορία, για το πρώτο μυθιστόρημα του νεαρού Βούλγαρου συγγραφέα, στο οποίο η ανατολική ψυχή συγκρούεται με τη δυτική εμπειρία.

Στο «Βουνό των πελαργών» ο Πένκοφ ξεκινά με μια σκηνή μετα-αποκαλυπτικού χαρακτήρα στην αίθουσα αναμονής ενός επαρχιακού σταθμού λεωφορείων, με την αίσθηση μιας επικείμενης συμφοράς να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Μια εύστοχη εισαγωγή σε ένα σύμπαν αλλόκοτο, στο οποίο ο συγγραφέας θα μας μεταφέρει στα επόμενα κεφάλαια. Από τον σταθμό ο αφηγητής παίρνει το λεωφορείο για την Κλεισούρα, ένα (φανταστικό) ξεχασμένο χωριό στα σύνορα Βουλγαρίας, Ελλάδας και Τουρκίας, μοιρασμένο ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, εκεί όπου ευελπιστεί να βρει τον παππού του και μαζί με αυτόν την πατρική του γη – ο στόχος του είναι να την πουλήσει για να ξεχρεώσει τα δάνεια που φορτώθηκε από τις σπουδές του στις ΗΠΑ.

Ο αφηγητής είναι σχεδιασμένος καθ’ ομοίωσιν του συγγραφέα: ο Πένκοφ τελείωσε το σχολείο στη Σόφια και κατόπιν έφυγε για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του Αρκανσο, κερδίζοντας μια απόσταση από την πατρίδα του και καταφέρνοντας έτσι να την κοιτάξει με καθαρό βλέμμα. Τη θέα αυτή εξαργυρώνει σήμερα ως νεαρός συγγραφέας.
Είναι ακριβώς ό,τι απασχολεί τον Πένκοφ. Αυτή η απόσταση και αυτή η αντίθεση, η Βουλγαρία και η Αμερική, η Ανατολή και η Δύση. Και βεβαίως το τότε (που στην περίπτωσή του σημαίνει οτιδήποτε πριν από την αλλαγή του καθεστώτος) και το τώρα. Το τότε που εκπροσωπείται από τον παππού που έμεινε στην Ανατολή και το τώρα που εκπροσωπείται από τον εγγονό που έφυγε για τη Δύση. Η σχέση παππού με εγγονό είναι μια ιδέα που επανέρχεται έπειτα από το διήγημα «Αγοράζοντας τον Λένιν», το πιο πολυσυζητημένο από τα διηγήματα του Πένκοφ, στο οποίο ο παππούς αποκαλεί «καπιταλιστικό γουρούνι» τον εγγονό του που φεύγει για τις ΗΠΑ και εκείνος του απαντά χαρακτηρίζοντάς τον «κομμουνιστικό κορόιδο».

Η ιστορία της Κλεισούρας περιγράφεται μέσα από αφηγήσεις μιας σειράς προσώπων που εμφανίζονται γύρω από τον αφηγητή, από τον παππού μέχρι τον ιμάμη και την κόρη του, την Ελίφ, με την οποία ο πρωταγωνιστής θα συνδεθεί και θα την ακούσει να του περιγράφει, μεταξύ άλλων, τον αγώνα που χρειάστηκε να δώσει για να της επιτραπεί να φορέσει τζιν παντελόνι – το τζιν που, ως σύμβολο του καθημερινού, δυτικού lifestyle, είναι κι αυτό ένα εύρημα που είχε απασχολήσει τον Πένκοφ στα διηγήματά του.

Οι αφηγήσεις ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα, με πρωταγωνιστές γενίτσαρους και περιπλανώμενους κλέφτες, στρατιώτες και χωρικούς, αναστενάρηδες και μάγισσες και αγίους και πάνω απ’ όλα αυτούς που ήρθαν και αυτούς που έφυγαν, αυτούς που άφησαν πίσω τους στάχτη και αίμα, πόνο και απελπισία, θεμελιώνοντας μια ιστορία θρύλων και δεισιδαιμονιών, μέσα από την οποία η Κλεισούρα φτάνει στο παρόν.

Η ιδιαιτερότητα των Βαλκανίων έχει αποτυπωθεί λογοτεχνικά από φημισμένους πεζογράφους, ωστόσο η οπτική γωνία που μας προσφέρει ο Πένκοφ, αυτή της Βουλγαρίας, είναι κάτι σχετικά καινούργιο, καθώς είναι ελάχιστοι οι γείτονες λογοτέχνες που έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Ανάμεσα στις λιγοστές εξαιρέσεις αναφέρουμε ενδεικτικά δύο εκπροσώπους της νεότερης γενιάς, μέλος της οποίας είναι και ο Πένκοφ, που εμφανίζεται πιο εξωστρεφής από την προηγούμενη. Ο λόγος για τον γεννημένο το 1966 Αλεκ Ποπόφ («Αποστολή Λονδίνο», εκδ. Κέδρος, 2010) και τον γεννημένο το 1968 Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ («Περί φυσικής της μελαγχολίας», εκδ. Ικαρος, 2018).

Η γλώσσα

Σε αντίθεση με αυτούς, ο Πένκοφ έχει το πλεονέκτημα ότι απευθύνεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό, όντας μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ και γράφοντας κατευθείαν στα αγγλικά – εδώ εντοπίζεται άλλο ένα στοιχείο ταύτισης του συγγραφέα με τον αφηγητή του «Βουνού των Πελαργών», ο οποίος νιώθει αμήχανα για τη βουλγαρική προφορά του, ενώ άλλοτε νιώθει τις λέξεις ασυναίσθητα να βγαίνουν από μέσα του πρώτα στα αγγλικά.

Το άλλο στοιχείο του Πένκοφ που αξίζει να σημειωθεί είναι η ηλικία του. Οχι μόνο για να επαινεθεί η συγγραφική του ωριμότητα, αλλά κυρίως για να αντιληφθούμε ότι την αλλαγή του καθεστώτος την έζησε ως μαθητής του δημοτικού, ότι την τομή αυτή στην ιστορία της χώρας του την κατέγραψε αφιλτράριστα, με τη ματιά ενός μικρού παιδιού. Γι’ αυτό ίσως και ο τρόπος που ανασύρει τις μνήμες, παρά τη μείξη τους με μετέπειτα γνώσεις και μυθοπλαστικά στοιχεία, αφήνει στον αναγνώστη κάτι πολύ αυθεντικό και καθόλου επιτηδευμένο, κάτι που τελικά είναι και το σπουδαιότερο στοιχείο της πολύ ελπιδοφόρας συγγραφικής καριέρας του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ