ΜΟΥΣΙΚΗ

Τα πολλαπλά μηνύματα της «Πέμπτης» του Μάλερ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Ματίας Φορέμνι απέσπασε από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τον καλύτερό της εαυτό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μία από τις διασημότερες Συμφωνίες του ρεπερτορίου, την Πέμπτη του Γκούσταφ Μάλερ, παρουσίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 20 Απριλίου στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Η συνολικά καλή απόδοσή της υπήρξε ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη, κυρίως επειδή τα τελευταία χρόνια το σοβαρό ρεπερτόριο αποτελεί όλο και μικρότερο κομμάτι της προσφοράς της ορχήστρας στο φιλόμουσο αθηναϊκό κοινό και, ως εκ τούτου, η Κρατική μόνο σπάνια ερμηνεύει έργα του Μάλερ.

Το παραπάνω θετικό σχόλιο δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η ορχήστρα μεταλλάχθηκε σε μία βραδιά, ότι ξεπέρασε πάγια προβλήματα και αδυναμίες που μεγεθύνονται όταν η επιλογή του ρεπερτορίου περιορίζει τις απαιτήσεις, κατεβάζοντας διαρκώς τον πήχυ. Σημαίνει απλώς ότι το έργο κλήθηκε να διευθύνει ένας Γερμανός αρχιμουσικός, ο Ματίας Φορέμνι, ο οποίος προφανώς αντιλήφθηκε άμεσα τι μπορούσε να αποσπάσει από το σύνολο και τι δεν είχε νόημα να απαιτήσει. Σημαίνει επίσης ότι ορχήστρα και αρχιμουσικός είχαν τη ευκαιρία να αφιερώσουν στο έργο αυτό όλες τους τις πρόβες, καθώς η Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ ήταν το μόνο έργο του προγράμματος, κάτι που δεν δικαιολογείται από τη διάρκειά του, η οποία δεν ξεπερνά τη μία ώρα και ένα τέταρτο!

Ακόμα κι έτσι, θαύματα δεν γίνονται και προφανώς τα έγχορδα, ιδιαίτερα τα τσέλα, δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν τον πλούσιο και ποιοτικό ήχο που απαιτεί το έργο, όχι μόνο στο διάσημο τέταρτο μέρος, το «αντατζέτο», αλλά εξίσου στο πρώτο και στο τελευταίο. Ούτε κατόρθωσαν να μεταδώσουν κάποια διάσταση πέρα από την καθαρά μουσική, όπως την πνευματικότητα και το συναίσθημα χωρίς τα οποία δεν νοείται ερμηνεία έργου του βοημικής καταγωγής συνθέτη. Ως προς αυτό, το «αντατζέτο» ήταν το πιο αδύναμο μέρος της βραδιάς, καθώς ειδικά εκεί τίθεται θέμα ερμηνείας της μουσικής και ανάδειξης όσων εκφράζει η απλή, τρυφερή μελωδία. Ωστόσο, τα έγχορδα φάνηκαν συντονισμένα και ακριβή, ενώ χάρη στον Φορέμνι απέδωσαν με πλαστικότητα τα εκτενή μελωδικά τόξα, ειδικά στο πρώτο και στο τελευταίο μέρος.

Εχοντας αποκωδικοποιήσει για λογαριασμό του το συναισθηματικό περιεχόμενο της Συμφωνίας, ο Φορέμνι μπόρεσε να δομήσει άριστα το μουσικό κείμενο σε επιμέρους ενότητες, διαμόρφωσε με επιτυχία τις κλιμακώσεις και επέλεξε έξυπνα τις ταχύτητες. Ειδικά τα δύο ζωηρά μέρη, το δεύτερο και το τρίτο, αποδόθηκαν με επιτυχία καθώς η δύναμη και η ορμή με την οποία τα διηύθυνε, απέσπασαν το καλύτερο αποτέλεσμα από τους μουσικούς.

Στη συνολικά καλή ερμηνεία συνέβαλαν τα χάλκινα, τόσο η εναρκτήρια τρομπέτα του Καραμπέτσου όσο επίσης το κόρνο του Σίσκου στο τρίτο μέρος μαζί με όλη την ομάδα των κόρνων. Η θετική απόδοση επιτρέπει να φανταστεί κανείς πόσα θα μπορούσε να επιτύχει η ορχήστρα υπό την κατάλληλη σταθερή καθοδήγηση και με στόχους διαφορετικούς από τους σημερινούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ