ΘΕΑΤΡΟ

Η Καλλιτεχνική τέχνη (απολογισμός, μέρος πρώτον)

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

«Ο φάρος», σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, με Παπασπηλιόπουλο, Χειλάκη, Αλειφερόπουλο, Ψαρρά, Μαρκουλάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι αριθμοί σίγουρα ευημερούν: από τον Οκτώβριο του 2017 έως και τον ερχόμενο Ιούνιο θα έχουν ανεβεί περί τις 1.150 παραστάσεις. Η θεατρική αγορά συνεχίζει τη δική της πορεία, υπερβαίνοντας την οικονομική κρίση με όρους «καλλιτεχνικούς», δηλαδή πέραν στοιχειωδών νόμων όπως αυτός της προσφοράς και της ζήτησης αλλά και των απαιτήσεων που έχουν οι κοινοί εργαζόμενοι.

Το μεγάλο μέρος των παραστάσεων τη σεζόν 2017-18 ήταν πολύ μικρού κόστους παραγωγής και με αρχικό «κεφάλαιο» την απλήρωτη εργασία ηθοποιών και συντελεστών κατά την περίοδο των προβών, στο πλαίσιο της αγαθής προαίρεσης, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης που εμπνέει η ενασχόληση με τις τέχνες. Αλλά όταν δεν επενδύεις υλικώ τω τρόπω σε κάτι, γνωρίζεις ότι η αποτυχία δεν πρόκειται να έχει δραματικές συνέπειες, στοιχείο καθ’ όλα κρίσιμο για την ποιότητα του παραγόμενου έργου. Είναι αυτό που έγραφε ο μετρ της παραδοξολογίας Αντι Γουόρχολ: «Είναι πολύ καλύτερο να κάνεις τέχνη των Επιχειρήσεων παρά Καλλιτεχνική τέχνη, γιατί η Καλλιτεχνική τέχνη δεν στηρίζει τον χώρο που πιάνει, ενώ η τέχνη των Επιχειρήσεων τον στηρίζει – αλλιώς θα φαλίριζε» («Η Φιλοσοφία του Αντι Γουόρχολ από το Α στο Β και πάλι από την αρχή», εκδ. Τσαγκαρουσιάνος, 2006).

Η πλειονότητα των παραστάσεων ιδίως των νέων καλλιτεχνών του χώρου μοιάζει να δημιουργήθηκαν χωρίς την αναγκαία διερώτηση αν έχουν κάτι αξιοπρόσεκτο να συνεισφέρουν σε μια εντελώς κορεσμένη θεατρική αγορά. Κάπως έτσι, ενώ η αλλαγή του αιώνα βρήκε το λεγόμενο αστικό/εμπορικό θέατρο του κέντρου με συρρικνωμένο το εκτόπισμά του (καθώς το σοβαρό κοινό είχε συνδέσει τις καλές παραστάσεις με τις μικρότερες σκηνές που δημιουργήθηκαν σταδιακά από σημαντικούς σκηνοθέτες τη δεκαετία του ’90), σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει.

Νέο αστικό θέατρο

Διόλου τυχαία τα δύο θέατρα που συγκέντρωσαν αναλογικά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του ευρέος κοινού ήταν το Θέατρο Αθηνών και το Παλλάς, στην οδό Βουκουρεστίου. Στο πρώτο παρουσιάστηκε το ιρλανδέζικο δράμα του Κόνορ Μακ Φέρσον «Ο Φάρος», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Διαβάζοντάς το, αναρωτιέσαι πώς μπόρεσε να γεμίζει ένα θέατρο στην Αθήνα κάθε βράδυ. Κι όμως, ο θίασος πέντε αστέρων (Μαρκουλάκης, Αλειφερόπουλος, Παπασπηλιόπουλος, Χειλάκης, Ψαρράς) τράβηξε το κοινό εξαρχής, και έως το τέλος της σεζόν. Μεγάλη ήταν η επιτυχία και της «Μαντάμ Σουσού» με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου. Το Παλλάς ήταν γεμάτο ακόμη και το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου (που το κέντρο συνήθως νεκρώνει από τον φόβο επεισοδίων).

Η μουσική ελκύει

Οι παλιές αγαπημένες εμπορικές ταινίες όταν μεταφέρονται στη σκηνή προσελκύουν το μεγάλο κοινό. Το διαπιστώσαμε και φέτος με το «Γοργόνες και Μάγκες» στο ανακαινισμένο θέατρο Broadway στην Αγίου Μελετίου 61. Εν προκειμένω τη διαφορά φαίνεται ότι έκανε η συμμετοχή του Γιάννη Πλούταρχου, στην κατεύθυνση που κι άλλες φορές έχουμε δει τα χρόνια της κρίσης: το μουσικό θέατρο ως λαϊκό θέαμα με guest star τραγουδιστές καλύπτει την ανάγκη διασκέδασης μίας ικανής μάζας θεατών που άλλοτε θα επέλεγε έξοδο σε νυχτερινά κέντρα. Αυτήν την ανάγκη κάλυψαν άλλωστε και οι «βιογραφικές» παραστάσεις τύπου «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα...» στο Θέατρο Αλίκη και το «Στέλιος Καζαντζίδης - Η ζωή του όλη» της Μιμής Ντενίση στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου.

Για διεύρυνση του κοινού από ηλικιακά νεότερους θεατές μιλούν οι παραγωγοί των ασυνήθιστα πολλών μιούζικαλ που ανέβηκαν φέτος: Cabaret, Grease, Hair, Jesus Christ SuperStar και Cats! Εδώ θίασοι νεανικών χαρακτηριστικών ενισχύθηκαν από ποπ τραγουδιστές. Ωστόσο, οι εισπράξεις δεν απογειώθηκαν (παρά τη μεγάλη μείωση των αμοιβών των καλλιτεχνών) γιατί προκειμένου να γεμίζουν τα θέατρα ακολουθούνται εμπορικές πολιτικές μείωσης του εισιτηρίου (προσφορές συγκεκριμένων ημερών της εβδομάδας, δύο εισιτήρια στην τιμή του ενός που δίνουν εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, κουπόνια εφημερίδων κ.λπ.).

Το πιο συντηρητικό κοινό πηγαίνει σε παραστάσεις που παίζουν ηθοποιοί που γνωρίζει από παλιά και εμπιστεύεται. Αυτή είναι η περίπτωση του αειθαλούς Γιώργου Μιχαλακόπουλου που έκλεψε τις εντυπώσεις στο «Τίμημα» στο Ιλίσια, του Δημήτρη Καταλειφού στο «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» (στο Εμπορικόν) και του Γιώργου Κιμούλη στο «Ψηλά από τη γέφυρα» (Κεντρική Σκηνή, Εθνικό Θέατρο) – και τα τρία γνωστά έργα του Αρθουρ Μίλερ.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και ο Πέτρος Φιλιππίδης, βασικό δέλεαρ για τη μεγάλη προσέλευση θεατών στον «Ηλίθιο» που σκηνοθέτησε ο Νίκος Διαμαντής στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Το αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι είναι ένα μόνο από τα πολλά λογοτεχνικά έργα, ελληνικά και ξένα, που διασκευάστηκαν τη φετινή σεζόν για τη σκηνή.

Η τάση γίνεται όλο και πιο ισχυρή χρόνο με τον χρόνο. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί, εκμεταλλευόμενοι κατακτημένες ελευθερίες της σύγχρονης θεατρικής πράξης, αντιμετωπίζουν όλα τα κείμενα ως δυνάμει θεατρικά. Τα αποτελέσματα εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να καλύψουν το μέγεθος και τις ιδιομορφίες της μυθιστορηματικής αφήγησης, ούτε και το πλήθος και τη συνθετότητα των ζητημάτων που θίγουν τα σπουδαία μυθιστορήματα. Παρ’ όλα αυτά, μία ενδιαφέρουσα παράσταση «δραματοποιημένης λογοτεχνίας», σε μια εποχή που δεν υπάρχει χρόνος και συγκέντρωση για την ανάγνωση μυθιστορημάτων, λειτουργεί προτρεπτικά για να αναζητήσουν οι θεατές το βιβλίο, και να το διαβάσουν σε δεύτερη φάση.

Ενα πρώτο συμπέρασμα

Οι πόλοι δεν είναι ευδιάκριτοι πια, κατηγοριοποιήσεις και διακρίσεις συμφύρονται, το τοπίο μοιάζει θολό. Από την άλλη, στην ώσμωση και τις επιμειξίες στο θέατρο προβάλλονται ευρύτερα φαινόμενα και ανάγκες της εποχής.

Παλιά «κατεστημένα» αντικαθίστανται από νέα κι οι απρόσμενες συναντήσεις κινητοποιούν τα κοιμισμένα αντανακλαστικά μας. Η κίνηση, ακόμη και με χαλασμένη την πυξίδα, είναι προτιμότερη από την ακινησία.

Αλλά για μερικές ακόμη διαπιστώσεις σχετικά με φαινόμενα, τάσεις, πρόσωπα της θεατρικής σεζόν 2017-18 θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ