ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΟΥΠΕΡΤΑΛ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. «Εγώ αυτό είμαι, ζωγράφος», είπε κάποια στιγμή φευγαλέα ο Δημήτρης Παπαϊωάννου λίγο πριν οριστικοποιηθεί η ημερομηνία για τη συνέντευξη. Είχε προηγηθεί η πρεμιέρα του νέου έργου στο Χοροθέατρο της Πίνα Μπάους στο Βούπερταλ, όπου ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ήδη και ο Αλαν Λουσιέν Ογεν από τη Νορβηγία στις 2 Ιουνίου, έχουν την τιμή μαζί με την ομάδα χορού, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο της Πίνα Μπάους, αλλά και στην 44χρονη ιστορία του θεάτρου, να παρουσιάσουν ο καθένας χωριστά το δικό του έργο. «Seit sie…» είναι στα γερμανικά ο τίτλος του έργου του Eλληνα δημιουργού, ο οποίος γνωστοποιήθηκε λίγη ώρα πριν από την έναρξη της πρεμιέρας. Στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί «Από τότε που αυτή...» ή «Από τότε που αυτοί...». Σύμφωνα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου από τότε ίσως που «αυτή άλλαξε το θέατρο...» ή από τότε που «αυτοί, οι πρωτόπλαστοι εγκατέλειψαν τον Παράδεισο...».

Η εικαστική ματιά, η αφομοιωμένη γνώση της ζωγραφικής και οι επιρροές στην κίνηση και τη σκηνοθεσία από τη σημαντικότερη Γερμανίδα χορογράφο κυριάρχησαν στο φιλόδοξο και ολίγον «επικίνδυνο» εγχείρημα. Φιλόδοξο και «επικίνδυνο», διότι δεν είναι καθόλου εύκολο να αναμετράσαι στον τόπο που έζησε, δημιούργησε και σφράγισε η ξεχωριστή σε βάθος, ουσία και αισθητική Πίνα Μπάους. Οι προσδοκίες μεγάλες και οι συγκρίσεις αναπόφευκτες.


Ο χορευτής φαίνεται σαν να κρατά το αποκεφαλισμένο κεφάλι μιας γυναίκας.

Και σαν να αποτύπωσε επί σκηνής ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αυτό το μεγάλο βάρος. Σε ένα επιβλητικό, σκοτεινό σκηνικό κυριαρχεί στο βάθος ένα βουνό από στρώματα. Oι χορευτές στην αρχή της παράστασης κουβαλούν μαύρες καρέκλες και προσπαθούν να ισορροπήσουν πάνω σε αυτές. Δημιουργούν μια αλυσίδα δίνοντας ο ένας στον άλλο την καρέκλα και καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να σταθούν πάνω σε αυτές και να προχωρήσουν. Μια αναφορά ίσως στο θρυλικό «Καφέ Μύλλερ», το οποίο πριν από 40 χρόνια τέτοιες μέρες έκανε πρεμιέρα στο Βούπερταλ και καθιέρωσε την Πίνα Μπάους ως μία από τις πλέον πρωτοποριακές χορογράφους.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου συνθέτει ένα παζλ εικόνων κάποτε πραγματικά εντυπωσιακών. Η αποστεωμένη μορφή του Σκοτ Τζένιγκς ξεπροβάλλει μέσα από ένα «σάβανο» το οποίο ξεδιπλώνουν αργά και με μεγάλη προσοχή μαυροφορεμένες γυναίκες θυμίζοντας έργο του Ελ Γκρέκο. Εξαιρετικής ομορφιάς η σκηνή που ο ολόγυμνος χορευτής φαίνεται σαν να κρατά το αποκεφαλισμένο κεφάλι μιας γυναίκας. Σαν άλλος πίνακας του Καραβάτζο που ο Δαβίδ κρατάει σαν τρόπαιο το κεφάλι του Γολιάθ. Για τον Δημήτρη Παπαϊωάννου πάντως «όλα είναι Τσαρούχης», όπως κατηγορηματικά μας δήλωσε.

Ονειρικές εικόνες με σώματα γυμνά που κυλούν αργά και βασανιστικά κι άλλα πάλι ξεφυτρώνουν μέσα από το σκοτεινό βουνό. Μεταμορφώσεις, μέσα από το ανδρικό άγγιγμα στο φουστάνι μιας γυναίκας. Από μαύρο γίνεται χρυσό και από χρυσό μαύρο. Μεγάλης αλλά αναίτιας έντασης η σκηνή όπου η οικοδέσποινα μαγειρεύει και πλένει στην κουζίνα του σπιτιού μαζί με τις «δούλες». Ενας άβουλος, απορημένος άνδρας εμφανίζεται κρατώντας έναν φαλλό στο χέρι. Η γυναίκα θα τον ξεζουμίσει, από τα υγρά θα φτιάξει σαντιγί και μετά θα τεμαχίσει τον φαλλό σε μικρά κομματάκια ενώ και τα δικά της περιττώματα θα χρησιμοποιηθούν στις σπιτικές λιχουδιές που θα του σερβίρει.


«Καταλαβαίνω και δέχομαι και τις σκέψεις και τις αντιρρήσεις», λέει στην «Κ» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου.

Προσωπικές αναμνήσεις

Αμήχανη η σκηνή με τον άντρα-αφέντη που σουβλίζει αμέριμνος το αρνί καπνίζοντας απολαυστικά το τσιγάρο του. Μένει μετέωρη καθώς και άλλα «ελληνικά» στοιχεία όπως τα κουδούνια από πρόβατα, ένας χορός υπό τους ήχους δημοτικών τραγουδιών, κάποια πιάτα που πετιούνται στον αέρα. Ωστόσο, για τον Eλληνα σκηνοθέτη και χορογράφο είναι «ένα αστείο». Εστησε ένα εστιατόριο στο «κονάκι» της Πίνα Μπάους. Είναι ένα έργο γεμάτο προσωπικές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, όπως λέει ο ίδιος, «ένα έργο γεμάτο προσωπική νοσταλγία και είναι κατά κάποιον τρόπο ένα ευχαριστήριο γράμμα σε όσα από το παρελθόν με βοήθησαν να αγαπήσω την τέχνη και τους ανθρώπους».

Ανάμεσα στις πολλές όμορφες εικόνες λείπει πάντως ένας συνεκτικός ιστός, μια ιστορία και η συγκίνηση που θα σε συνεπάρει. Θραύσματα από ενδιαφέρουσες ιδέες που ωστόσο δεν αξιοποιήθηκαν σε βάθος. Η προφανής και μεγάλη εκτίμηση που τρέφει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου στη Γερμανίδα χορογράφο μοιάζει σαν να τον εγκλώβισε περισσότερο παρά να τον απελευθέρωσε. Οι μόνο 33 μέρες προβών με έναν νέο και άγνωστο για τον θίασο χορογράφο δεν είναι εύκολη υπόθεση και η πολυπόθητη ανανέωση που επιζητούσε η νέα καλλιτεχνική διευθύντρια του θιάσου Αδόλφη Μπίντερ δεν ήρθε πραγματικά.

Μιλώντας για τη συνεργασία του με τον θίασο, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αναφέρει πως βλέπει τους χορευτές ως συνδημιουργούς όπως τους αντιμετώπιζε και η Πίνα Μπάους και προσθέτει: «Με τον τρόπο αυτό εργάζομαι κι εγώ. Απλώς εκτός από αυτό, με τη ζωγραφική μου ματιά και τις δικές μου εμμονές τους οδηγώ προς τα εκεί.

Οπότε ήταν και πάλι ένα εργαστήριο, μια εξερεύνηση δυνατοτήτων, υλικών, σωμάτων και θεμάτων. Από αυτό το εργαστήριο κράτησα αυτά που με γοήτευαν και προσπάθησα να φτιάξω αυτή την ιστορία, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό από αυτά τα μικρά θραύσματα. Η διαδικασία ήταν παρόμοια. Απλώς πρέπει να καταλάβετε ότι στον χρόνο που είχα στη διάθεσή μου, έπρεπε να με γνωρίσουν, να με εμπιστευθούν, να με αμφισβητήσουν και να περάσουν από όλες τις διαδικασίες με έναν άνθρωπο που τους λέει ξαφνικά τι να κάνουν. Καταλήξαμε σε μια σχέση που πλημμυρίζει την καρδιά μου με συγκίνηση. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη δουλειά και εμένα προσωπικά, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Σε αυτό το στοίχημα αισθάνομαι απόλυτα δικαιωμένος».

Αρνητικές κριτικές

Οι κριτικές των γερμανόφωνων εφημερίδων στην πλειονότητά τους ήταν αρνητικές. Καταπέλτης η Frankfurter Allgemeine Zeitung έχει τίτλο «Καλώς ήρθατε σε ένα ανατριχιαστικό σόου», συμπληρώνοντας καυστικά πως κάτι τέτοιο δεν θα το ήθελε η Πίνα Μπάους. H Neue Zürcher Zeitung διαπιστώνει πως πρόκειται «για ένα στατικό έργο που δεν οδηγείται πουθενά» και η Süddeutsche Zeitung έχει τίτλο «Το θαύμα του Βούπερταλ δεν έγινε». Σημαντικές ραδιοφωνικές εκπομπές πάντως στο WDR αναγνωρίζουν αρκετές αρετές και κάνουν λόγο για ανανέωση.

Αναφερόμενος στις αρνητικές κριτικές ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δηλώνει πως «δεν είναι η θέση μου να κρίνω, καταλαβαίνω. Εγώ πάντως δεν μπορώ να αισθανθώ δυνατός όταν η πρότασή μου δεν είναι διατυπωμένη όπως πρέπει. Καταλαβαίνω και δέχομαι και τις σκέψεις και τις αντιρρήσεις. Καταλαβαίνω επίσης ότι βρίσκομαι σε μια ιδιαίτερα “επικίνδυνη πίστα”. Τα αισθήματά μου ως προς αυτό έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι εγώ ξέρω πως δεν είπα καθαρά την πρότασή μου ακόμα, οπότε δεν μπορώ και να την υπερασπιστώ... Εμένα αυτό που με απασχολεί τώρα είναι το κατασκεύασμά μου να γίνει καθαρό και ο καθένας να τοποθετηθεί απέναντί του».

Στο τέλος της παράστασης, ο άντρας που μόνος του προσπαθεί να μαζέψει όλες τις καρέκλες και καταρρέει από το βάρος του ασήκωτου φορτίου και η γυναίκα που προσπαθεί να ισορροπήσει περπατώντας πάνω σε ένα έδαφος από ασύνδετους σωλήνες συμπυκνώνουν το βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ισως όμως και το βάρος της πρόκλησης για τον ταλαντούχο Δημήτρη Παπαϊωάννου. Το κοινό πάντως τον αντάμειψε με ένα θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα για το πείραμα της ανανέωσης που μόλις ξεκίνησε κι ακροβατεί. Η παράσταση θα παρουσιαστεί τα Χριστούγεννα και στην Αθήνα, μια και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ήταν μία από τους συμπαραγωγούς του έργου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ