Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Επτά σφαίρες κι όμως όρθιος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο πολυφωνικό, αποσπασματικό μυθιστόρημα «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη Βιβλίο Δεύτερο, Βαλκανικοί-22» (εκδ. Εστία) ο Θανάσης Βαλτινός διαρθρώνει την αφήγησή του πάνω σε υπαρκτές μα και επινοημένες μαρτυρίες νέων ανδρών της πολεμικής δεκαετίας 1912-22.

Ανώνυμοι όλοι τους. Ενας από αυτούς αναφέρει ότι βρίσκεται νέος φαντάρος στην τοποθεσία Αρμενο Σέλο, έξω από την Προύσα, την άνοιξη του 1921. «Εκεί ήταν η 3η Μεραρχία», μας λέει. «Είχε πάθει πανωλεθρία στις επιχειρήσεις του Μαρτίου και την είχαν τραβήξει πίσω. Εμάς μας έστελναν να συμπληρώσουμε τα κενά της. (...) εμένα με έριξαν στο ευζωνικό».

Ξεψαχνίζοντας τις πραγματολογικές πτυχές της αφήγησης, ο ανώνυμος σωστά τα λέει: Εκείνη την περίοδο, στη συγκεκριμένη τοποθεσία στρατοπέδευε η ΙΙΙ Μεραρχία, η οποία όντως είχε τρομακτικές απώλειες στις επιχειρήσεις του Μαρτίου, κατά την αποτυχημένη κατάληψη του χωριού Αβγκίν, έξω απ’ το Εσκί Σεχίρ.
«Ηρθε να μας πάρει ο υπασπιστής του (ευζωνικού) συντάγματος. Ενα λεβεντόπαιδο, Κρούσης Γεράσιμος, Επτανήσιος. Τον σκότωσαν οι τσολιάδες. Εκεί που ήσαν οι σκηνές έκαιγαν τα σπαρματσέτα. Πήγε αυτός στον διοικητή, βράδυ. Σκηνές κωνικές μεγάλες. Εριξαν οι τσολιάδες στον ίσκιο, πήρε εκείνον η σφαίρα. Και ήταν για τον διοικητή, τον συνταγματάρχη. Να τον σκοτώσουν. Ηταν άγριος, τους βασάνιζε. Με εφτά σφαίρες έφυγε από το Αβγκίν και σε εφτά μέρες ξαναγύρισε. Ζωιτόπουλος, διαβολεμένος. Σε μια μάχη τέσσερα άλογα άλλαξε. Τα ’σκασε. Και δεν έπαθε τίποτα».

Δημοσθένης Ζωιτόπουλος (1877-1945). Σοβαρά τραυματίας στους Βαλκανικούς, γαλλομαθής και κάτοχος πτυχίου Νομικής, διοίκησε το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων από τον Αύγουστο του 1920 μέχρι στις 15 Μαρτίου 1921, οπότε και τραυματισθείς στη μάχη του Αβγκίν αποχώρησε, μας πληροφορεί στο βιβλίο του για την ιστορία του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων ο αντιστράτηγος ε.α. Νικόλαος Κολόμβας.

Ομως ο αφηγητής του Βαλτινού ξαναβρίσκει τον Ζωιτόπουλο διοικητή του ευζωνικού συντάγματος, περιγράφοντας μάλιστα αυτό το εκπληκτικό επεισόδιο: Η σφαίρα που προοριζόταν για εκείνον από τους ευζώνους τη δέχεται ο άτυχος υπασπιστής. «Μόλις έπεσε, ο υπασπιστής έβαλε τη φωνή. Ετρεξε ένας λοχαγός, να δει τι έγινε. Εμένα ήθελαν να σκοτώσουν, του είπε (ο Ζωιτόπουλος)».

Το πορτρέτο του διοικητή που φιλοτεχνεί ο ανώνυμος αφηγητής ανταποκρίνεται στην προσωπικότητα και στο σθένος του Δημοσθένη Ζωιτόπουλου κι ας μη βγαίνουν οι ημερομηνίες. Προσπερνώ την (θεμελιώδη) παράμετρο ότι το βιβλίο του Βαλτινού δεν είναι ιστοριογραφία αλλά λογοτεχνία (ο συγγραφέας είχε πάντως στο παρελθόν ηχογραφήσει διηγήσεις παλαιμάχων του 1912-22) και στέκομαι στη λιτή όσο και πυκνή απόδοση της απελπισίας, της οργής, της ορμής, αλλά και της αγριότητας των ανθρώπων εκείνων. Η δε καταληκτική παράγραφος ολοκληρώνει δραστικά το (φανταστικό;) πορτρέτο ενός υπαρκτού προσώπου. «Το πρωί (ο Ζωιτόπουλος) διάταξε να μπει το σύνταγμα σε παράταξη και το επιθεώρησε δυο φορές καβάλα στη φοράδα του. Πέρα δώθε αμίλητος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ