Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ταξιδευτές, έμποροι αλλά και ποιητές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καθώς έπεφτε το χώμα, χωνεμένο από αμέτρητες ταφές, πάνω στο φέρετρο του φίλου μου, σκεφτόμουν τα τόσα ταξίδια που είχε κάνει. Πάντα βιαστικός –πάντα είχε κάτι σημαντικό να προλάβει, από πόλεμο έως μια παράσταση ή μια συνάντηση– αλλά και ήρεμος. Ηξερε ότι θα προλάβαινε. Ηξερε ότι όπου και αν πήγαινε, σε γνωστά μέρη και σε ξένα, θα έβρισκε ή θα έκανε φίλους, θα μάθαινε ό,τι ήταν να μάθει για να κάνει καλά τη δουλειά του. Σκέφτηκα τις γλώσσες που μιλούσε, που του άνοιγαν δρόμους. Αλλά πρώτη γλώσσα, αυτή που ίσως χρησιμοποιούσε ο Απολλώνιος ο Τυανεύς που έλεγε ότι καταλάβαινε όλες τις γλώσσες, ήταν η θέληση να επικοινωνήσει, να ταξιδέψει, να ρουφήξει τη ζωή έως το τέλος.

Σκέφτηκα τον προαιώνιο άνεμο που οδηγεί τους Ελληνες να ζητούν την τύχη τους σε όλη τη γη, είτε λόγω ανάγκης, είτε λόγω φιλοδοξίας, είτε λόγω περιέργειας. Ο παππούς μου ο ένας, υιός μεταναστών στην Αίγυπτο, ξεσήκωσε τη μικρή οικογένειά του και πήγε στην Ανω Αίγυπτο, στο Ασουάν, για να διδάξει στο σχολείο των Ελλήνων, τα χρόνια που ο Καβάφης σκάλιζε τις σκόρπιες σπίθες αναμνήσεων των Ελλήνων στα χαμένα βασίλεια των διαδόχων του Αλέξανδρου. Η επέλαση της σκόνης και της στάχτης ακαταμάχητη. «Ζούσαν Ελληνες εδώ;» ρώτησε με απορία η Αιγύπτια οδηγός όταν επισκέφθηκα το Ασουάν με την οικογένειά μου πριν από λίγα χρόνια.

Γεννημένος στην Αφρική, με τους άλλους παππούδες σε ορεινό χωριό της Κρήτης, έμαθα για τις σαρωτικές αλλαγές που ακολουθούν πολιτικούς σεισμούς, όπως το τέλος της αποικιοκρατίας, όπως ο πόλεμος. Κάποιες έζησα, στη Μοζαμβίκη και τη Νότιο Αφρική. Ο πατέρας μου και η αδελφή του, ορφανοί από πατέρα, έφυγαν νεαροί από την Αίγυπτο, το 1941, μέσα στον πόλεμο, για να βρουν συγγενείς στη Νότιο Αφρική, όπως τόσοι άλλοι μετακινούνται από ανάγκη σε όλες τις εποχές, σε όλο τον κόσμο. Αγαπητός θείος βρέθηκε και αυτός απρόσμενα στην Αφρική από την Κρήτη, όταν οι Γερμανοί εκτέλεσαν τον πατέρα του και όσους άλλους άνδρες βρήκαν στα χωριά του Κέδρους, σε αντίποινα για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε.

Ο παππούς μου θυμόταν πως έκλαιγαν οι χωριανοί όταν, με την ανταλλαγή πληθυσμών, έφευγαν για πάντα γείτονες Τουρκοκρητικοί, ενώ εκριζώνονταν και οι τελευταίοι Ελληνες της Μικράς Ασίας. Η Ελλάδα όλη είναι μουσείο γεμάτο θραύσματα και απουσίες, πεδίο ατελείωτων ροών ανθρώπων και αναμνήσεων. Η δική μας ζωή είναι στιγμή που μοιάζει γεμάτη και σταθερή επειδή η φλούδα στην οποία στεκόμαστε για λίγο συγχρονίζεται με το σκοτεινό ποτάμι που μας σηκώνει.

Το ποτάμι πήρε πολλούς αγαπημένους τα τελευταία χρόνια. Ολοι ξεχωριστοί, διακεκριμένοι στους διαφορετικούς χώρους τους. Στις τέχνες, σε επιχειρήσεις, στη δημοσιογραφία. Η μεγαλύτερη, αν όχι μόνη, παρηγοριά μας, ότι είχαμε την τύχη να τους γνωρίσουμε. Πατέρας, μέντορες, φίλοι αγαπητοί που όλοι έδιναν περισσότερο απ’ ό,τι περίμεναν. Ολοι είχαν κάτι κοινό, κάτι που τους ξεχώριζε – ότι έζησαν ζωές γεμάτες περιπέτεια και ανατροπές, όλοι ήθελαν να κατακτήσουν τον χρόνο και τις αποστάσεις, να μάθουν, να δημιουργήσουν και να δώσουν.

Το συμπέρασμα απλό: ζήσε, ζήσε με δύναμη και όρεξη, σπρώχνε πιο πέρα από τον ορίζοντα, πιο πέρα από την κορυφή που βλέπεις. Για να το πετύχεις αυτό, όμως, πρέπει να είσαι ανοιχτός στους άλλους, να γνωρίζεις τι κοινό υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων, να επικοινωνείς, να δίνεις και να παίρνεις. Ο Απολλώνιος γνώριζε όλες τις γλώσσες μέσα από την έπαρση του προικισμένου με θεϊκές δυνάμεις. Οι άνδρες που ανέφερα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους πάντες –Ελληνες και ξένους, φτωχούς και βασιλείς– επειδή έβλεπαν, άκουγαν, σκέφτονταν. Είχαν όχι την έπαρση αλλά την οικειότητα που μόνο η καλή πρόθεση μπορεί να νιώσει, που μόνο αυτή ανοίγει καρδιές και ευκαιρίες.

Ετσι πέτυχαν όλοι με τον δικό τους τρόπο, στον δικό τους χώρο. Αλλοι είχαν οικογένεια, άλλοι όχι, άλλοι πλούτισαν, άλλοι απλώς τα κατάφεραν. Ολοι είχαν την αγάπη και την εκτίμηση αυτών που τους γνώριζαν, αυτών που ήξεραν να εκτιμούν. Πιστεύω πως οι ίδιοι είχαν την αίσθηση ότι ο κόσμος, με όλους τους πόνους και κινδύνους του, ήταν ένας κόσμος που πρόσφερε χαρές και ευκαιρίες. Ηταν άνθρωποι που είχαν εμπιστοσύνη στη ζωή, έτσι ενέπνεαν εμπιστοσύνη τους άλλους.

Οσες πατρίδες και αν χάθηκαν, από την Αλεξάνδρεια και το Ασουάν έως τα τέρματα της πορείας του Αλεξάνδρου και τα παράλια της Μικράς Ασίας, το ταξίδι συνεχίζεται. Κύματα νέων φεύγουν από την Ελλάδα, ίσως με την παρηγοριά ότι η εποχή επιτρέπει το πηγαινέλα που θα τους επιτρέψει να είναι όχι ξενιτεμένοι αλλά πολίτες του κόσμου. Τυχεροί θα είναι αν το πετύχουν αυτό – να έχουν τα καλά της Ελλάδας και τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται αλλού.

Σιγά σιγά, όμως, πολλοί θα ριζώσουν εκεί που θα βρίσκονται. Προίκα τους θα είναι όχι μόνο η εκπαίδευση που τους προσέφεραν η Ελλάδα και οι γονείς τους, αλλά η βαθιά ριζωμένη ικανότητα να αισθάνονται όλο τον κόσμο σπίτι τους.

Οι Ελληνες δεν βρέθηκαν παντού μόνο επειδή κάποιος άνεμος τους οδήγησε εκεί. Ούτε επειδή το είχαν ανάγκη ή το ήθελαν. Πήγαν στα πέρατα της γης, και πέτυχαν, σε δύσκολες εποχές. Επειδή ήσαν ανοιχτοί στη ζωή, στην περιπέτεια, στην ανακάλυψη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ