ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις 31 Αυγούστου του 1880 κυκλοφόρησε στην Τραπεζούντα το εβδομαδιαίο 14σέλιδο περιοδικό «Εύξεινος Πόντος», με την ένδειξη «Σύγγραμμα περιοδικόν εβδομαδιαίον». Η έκδοσή του διήρκεσε ένα χρόνο. Το τελευταίο τεύχος εκδόθηκε στις 7 Αυγούστου του 1881. Εκδόθηκαν 53 τεύχη με συνολικό αριθμό σελίδων περί τις 870. Υπήρξε το πρώτο έντυπο που κυκλοφόρησε στον μικρασιατικό Πόντο, την εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε απολέσει σημαντικά εδάφη στον νότιο Καύκασο μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Η ιδεολογική και πολιτική γραμμή του περιοδικού είναι συμβατή με το κυρίαρχο ρεύμα του ελληνοθωμανισμού που έχει επικρατήσει στις ελίτ των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε γλώσσα καθαρεύουσα, η θεματολογία του περιοδικού περιελάμβανε κοινωνικά και λαογραφικά ζητήματα, καθώς και ειδήσεις από τον ελληνισμό της Ελλάδας, της Διασποράς και του Πόντου. Ιδιαιτέρως το απασχολούσε το φαινόμενο της μεγάλης μεταναστευτικής ροής Ελλήνων από τον μικρασιατικό Πόντο προς τις ρωσοκρατούμενες περιοχές. Η μεταναστευτική αυτή κίνηση θεωρείται από τους εκδότες ως η σημαντικότερη και η πλέον επικίνδυνη εξέλιξη για τον ελληνισμό του Πόντου.

Κάθοδος των Ρώσων και αλλαγή συνθηκών

Ας δούμε όμως σε τι πλαίσιο –από άποψη των διεθνών εξελίξεων, αλλά και των μετασχηματισμών που βίωνε η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία– εκδόθηκε το περιοδικό.

Ο «Εύξεινος Πόντος» εκδόθηκε 24 χρόνια μετά τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι συγκυριακοί της σύμμαχοι Βρετανοί και Γάλλοι συγκρούστηκαν με τη Ρωσική Αυτοκρατορία, η οποία ήδη κατέβαινε με ορμή προς τις θερμές θάλασσες, επιχειρώντας την ενσωμάτωση οθωμανικών εδαφών. Την ίδια εποχή, η Ρωσία είχε καταφέρει να εδραιώσει την κυριαρχία της στον Καύκασο, υποχρεώνοντας τους ιθαγενείς λαούς σε συνθηκολόγηση. Τότε θα ξεκινήσει και μαζική μετοίκηση των Ελλήνων, αλλά και των Αρμενίων, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Ρωσία. Η μετανάστευση υπήρξε φαινόμενο ευθέως ανάλογο της επέκτασης των Ρώσων προς τον Νότο, της συνεπακόλουθης ανάγκης επάνδρωσης των συνοριακών περιοχών από φιλικό πληθυσμό και συγχρόνως οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοί τους. Οι δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τον Καύκασο κατέφυγαν στην οθωμανική επικράτεια. Ετσι δημιουργήθηκε μια μεγάλη κοινωνική αναστάτωση στις περιοχές που γειτνίαζαν με τις πολεμικές συγκρούσεις. Η άφιξη των εξαθλιωμένων προσφύγων μουσουλμάνων από τον Καύκασο επέτεινε την ανασφάλεια και ενίσχυσε τις τάσεις φυγής των μη μουσουλμάνων. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται και σχολιάζεται στο περιοδικό με τον εξής τρόπο: «…βραχεία και εφήμερος διατάραξις της ησυχίας των περί την Τρίπολιν και Κερασούντα και Κοτύωρα χωρίων, ην επήγαγεν εις τας κώμας αυτών ενοίκησις των εκ Λαζίας μεταναστών, έθηκε τους κατοίκους των μερών τούτων εις αναστάτωσιν και εις νέας παρασκευάζονται πάλιν μεταναστεύσεις όπως υποστεί νέαν φλεβοτόμησιν ο ενταύθα ελληνισμός και μετοχετευθή και συρρεύσει εις τας περί τον Καύκασον χώρας…».

Στο περιοδικό αναγνωρίζεται η αλλαγή των συνθηκών και υποστηρίζεται ότι η μετανάστευση των Ελλήνων κατοίκων του Πόντου προς τη Ρωσία, ακυρώνει τα πλεονεκτήματα που δίνουν οι μεταρρυθμίσεις: «... η σεβαστή ημών Κυβέρνησις νέον διαγράψασα πρόγραμμα και νέαν χαράξασα οδόν, επιδιώκει μετά ζήλου την εφαρμογήν των νέων μεταρρυθμίσεων και η Ευρωπαϊκή διπλωματία κήδεται και μεριμνά υπέρ των Χριστιανών της Ανατολής…». Στο οικονομικό επίπεδο οι Ελληνες της Ανατολής, όπως και οι Αρμένιοι διέπρεπαν στους νέους οικονομικούς τομείς που εμφανίστηκαν. Η άνοδος ήταν τέτοια, ώστε λίγες δεκαετίες αργότερα το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες.


Χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό δείγμα της μεγάλης αστικής ανάπτυξης του ποντιακού ελληνισμού είναι η θερινή κατοικία του τραπεζίτη Κ. Καπαγιαννίδη στο Κρυονέρι (Σοούκ Σου) της Τραπεζούντας.

Μαζική φυγή μετά τον πόλεμο του 1877-78

Αμεσο αποτέλεσμα του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-78 υπήρξε η αύξηση της μεταναστευτικής ροής. Ηδη, από το 1829 είχαν μεταναστεύσει οι Ελληνες από την περιοχή του Ερζερούμ-Θεοδοσιούπολης σε τέτοιο βαθμό, ώστε η περιοχή τους ερήμωσε από τους χριστιανούς γηγενείς. Το κύμα αυτό ακολούθησαν και λίγοι Ελληνες από τη Σεβάστεια. Κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο μετακινήθηκαν χιλιάδες προς τις περιφέρειες Κουμπάν, Σταυρούπολης κ.α. Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, η μετανάστευση πήρε τον χαρακτήρα της μαζικής φυγής από τον Πόντο. Μετακινήθηκαν κυρίως πληθυσμοί από τη βορειοανατολική περιοχή της Αργυρούπολης και γενικά από τη Χαλδία. Μεταξύ των εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν ήταν τα πενήντα ελληνικά χωριά της Τιφλίδας. Εκατό χιλιάδες Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Τέρεκ, Σταυρούπολη, Σοχούμι και Βατούμι, αλλά και στην Κριμαία. Τότε δημιουργήθηκαν τα 77 ελληνικά χωριά του Καρς και του Αρνταχάν. Από το 1880 άρχισε μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών και από τα παράλια του Πόντου. Από τις περιοχές Τραπεζούντας, των Σουρμένων, των Κοτυώρων (Ορντού), της Κερασούντας, της Οινόης κ.λπ. μετανάστευσαν, διά μέσου της θάλασσας, προς όλα τα παράλια του Καυκάσου και στην ενδοχώρα της Γεωργίας, στην Κριμαία και στον Βόρειο Καύκασο (Κουμπάν).

Η κίνηση αυτή αποτελεί και το κύριο κίνητρο για την ανάπτυξη σχετικής αρθρογραφίας από το περιοδικό. Στον πρόλογο του αφιερώματος που ξεκινά από το 1ο τεύχος και έχει τον τίτλο «Αι Μεταναστεύσεις» δηλώνει ότι δεν θα αναφερθεί στις πρόσφατες από τις περιοχές της Τρίπολης, της Κερασούντας και των Κοτυώρων και της οδυνηρής συνέπειας «της ολοσχερούς εγκαταλείψεως των χωρών τούτων υπό των οικείων κατοίκων, μη θέλοντες να αναξάνωμεν πληγάς εθνικάς, μηδέ να μνησθώμεν οικείων συμφορών». Τα συναισθήματα μπρος στο μεταναστευτικό κύμα, περιγράφονται ως εξής: «ψυχικόν αλγος επί τη τοιαύτη συμφορά».
Οι μεταναστεύσεις θεωρούνται ως έχουσαι αρνητικό αποτέλεσμα στον ελληνισμό. Αφενός γιατί «άφευκτος αναμένει αυτόν εκφυλισμός και απαλλοτρίωσις προς τα προγονικά και πάτρια…» και αφετέρου, γιατί ως συνέπεια της εκκένωσης της «οικείας πατρίδος... θα επακολουθήση και ο αναπόδραστος μαρασμός και παρακμή, ήτις αναμένει τον ενταύθα Ελληνισμόν».

Oι συντάκτες του άρθρου έχουν καλή ιστορική εποπτεία του φαινομένου της μετακίνησης. Θεωρούν ότι η έναρξη των μεταναστευτικών ροών προς τη Ρωσία σχετίζεται άμεσα με τη ρωσοτουρκική αντιπαράθεση: «αι τοιαύται μεταναστεύσεις χρονολογούνται ήδη από του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828, ότε κατελθών ο ρωσικός στρατός διά αιφνιδίας συνομολογήσεως της συνθήκης επιστρέφων οίκαδε συνεπήγαγε μεθ’ εαυτού αποικίαν ολόκληρον εγχωρίων Ελλήνων...».

Στο τέταρτο τεύχος, αφού περιγράφονται οι περιοχές όπου κατευθύνονται οι μετανάστες, διατυπώνεται η άποψη περί της ανυπαρξίας ελευθερίας στις περιοχές αυτές: «Ο Ελληνισμός εν τη απομεμακρυσμένη ταύτη χώρα διατελών απροστάτευτος και άγνωστος… διωχετεύθη διά των μεταναστεύσεων τούτων εις την άντικρυ παραλίαν και κατεκάλυψε τας χώρας της Κριμαίας και του Καυκάσου, υπέρ δε 100 χιλ. Ελλήνων οικούσι ήδη τας χώρας ταύτας μακράν της πατρικής εστίας, ας ζωογόνος της ελευθερίας δεν ανέψυξεν αύρα». Είναι γνωστό ότι η πολιτιστική ελευθερία των ελληνικών κοινοτήτων υπήρξε αποτέλεσμα των πολιτικών εξελίξεων μετά το 1905. Με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εικόνα που περιγράφει ο Ελευθέριος Παυλίδης, ο τελευταίος πρόεδρος της παραδοσιακής ελληνικής κοινότητας Οδησσού: «Κατά μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων υπήρχον χωρία και πολίχναι κατοικούμεναι αποκλειστικά από Ελληνας μετανάστας εκ Πόντου, με ελληνικά σχολεία, με Ελληνες ιερείς και με ελληνικάς εκκλησίας».

Οι οθωμανικές και οι ελλαδικές ευθύνες για τη μεταναστευτική αιμορραγία


Βατούμι. Ελληνίδες μετανάστριες στον Καύκασο, σε φυτεία τσαγιού, τέλη 19ου αι.

Στο περιοδικό «Εύξεινος Πόντος» περιγράφονται και οι ευθύνες τόσο της οθωμανικής όσο και της ελληνικής κυβέρνησης για τη μεταναστευτική αιμορραγία. Θεωρεί ότι η οθωμανική κυβέρνηση δεν λαμβάνει όλα τα μέτρα που θα μπορούσε για να αποτρέψει την τάση για μετανάστευση στη Ρωσία: «…δεν δυνάμεθα όμως να είπωμεν ότι κατίσχυσεν επί τέλους ν’ αναστείλη τον ακάθεκτον χείμαρρον των εκ μεσογείων προς τα παράλια ενεργουμένων μεταναστεύσεων, εις α κατέφυγον συν γυναιξί και τέκνοις και αποσκευαίς, όπως εντεύθεν διά πλοίων ευκολότερον διεκπεραιωθώσιν εις την άντικρυ παραλίαν. Μηδέ να περιορίση και περιστείλη τας καθ’ εκάστην σχεδόν νύκτα λάθρα γενομένας αποβάσεις επί πλοίων και λέμβων…». Οι συντάκτες θεωρούν ότι μεγάλες είναι και οι ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης. Σε σχετικό άρθρο αναφέρεται: «Τι προφυλακτικόν μέτρον ενεργείται ή επιδιώκεται μετά ζήλου από του ενδεχομένου και αφεύκτου εκφυλισμού, όστις αναμένει τους απροστατεύτους τούτους Ελληνας ουδέν γνωρίζομεν ούτε βλέπομεν ενεργούμενον. Αλλ’ η μεν Ελληνική κυβέρνησις, η φροντίζουσα να εξελληνίση τους Αλβανούς της Αττικής και τους Βλάχους της Λαμίας, αμεριμνεί και αφροντιστεί παντάπασιν, ουδέ γνωρίζει αν υπάρχωσιν εν Πόντω Ελληνες ή αν ολόκληραι αποικίαι Ελληνικαί συνεστήθησαν περί τον Καύκασον και Κριμαία και Αλεξανδρόπολιν (σ.σ. Αρμενία) χώρας…». Η εκτίμηση αυτή για την ελλαδική στάση είναι απολύτως συμβατή με την αδυναμία των ελληνικών πρεσβευτικών και προξενικών αρχών να αντιληφθούν τις μεγάλες αλλαγές που προκαλούσαν οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις και την εμφάνιση των νέων ευκαιριών για τον ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συντάκτες του περιοδικού θεωρούν ότι κύριοι υπεύθυνοι της εμφάνισης των μεταναστευτικών τάσεων ήταν πράκτορες της Ρωσίας: «…είναι δε βέβαιον ότι ενθαρρύνεται και διευκολύνεται η μετανάστευσις αύτη ουκ ολίγον υπό των αεικινήτων πρακτόρων της γείτονος επικρατείας, παντοία μετερχομένων και υπισχνουμένων αυτοίς μέλλουσαν ευζωίαν και υλικήν ευημερίαν και πλούτον και τα παρόμοια».

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης (https://kars1918.wordpress.com) είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ