ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μετά τα stress tests η δοκιμασία των δανείων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί τα αποτελέσματα του stress test να έγιναν δεκτά με ικανοποίηση και χαμόγελα από τις διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα κάπου εδώ τελειώνουν. Το αντίθετο.

Εν πολλοίς το stress test δείχνει ότι σε ενδεχόμενο ενός νέου σοβαρού εκτροχιασμού της οικονομίας, οι εγχώριες τράπεζες έχουν επαρκή κεφάλαια για να απορροφήσουν τους κραδασμούς, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι λύνονται αυτόματα τα καθημερινά προβλήματα με πρώτο πρώτο το μέγα θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Και μπορεί το 2017 να φάνηκε ότι κάτι γίνεται στην κατεύθυνση της μείωσης του «κόκκινου» αποθέματος, ωστόσο οι τράπεζες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών ότι έχουν πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα. Eτσι, η ανακοίνωση των θετικών αποτελεσμάτων του stress test όχι μόνο δεν έδωσε νέα ώθηση στις μετοχές των τραπεζών αλλά ακολούθησε ισχυρή πτώση. Παράλληλα στις πρώτες επαφές που είχαν με ξένους επενδυτές και αναλυτές, μετά το stress test, τα επιτελεία των τραπεζών βρέθηκαν αντιμέτωπα με πολλά ερωτήματα και επιφυλάξεις, τόσο σε ό,τι αφορά τα κόκκινα δάνεια όσο και το πώς θα σχηματοποιηθεί η επόμενη ημέρα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Επιφυλάξεις, που έκοψαν τη φόρα για γρήγορη προσέγγιση των διεθνών αγορών και έκδοση ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης. Αλλά και η επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, Ντανιέλ Νουί, που βρέθηκε στην Αθήνα την προηγούμενη εβδομάδα, αφού χαιρέτισε την ευχάριστη έκπληξη του stress test, έδειξε και πάλι στις διοικήσεις το μεγάλο πρόβλημα, τα κόκκινα δάνεια, και ζήτησε να καταστρώσουν πειστικά σχέδια για την αντιμετώπισή τους.

Οι εποπτικές αρχές μπορεί να μη ζητούν, εδώ και τώρα, αυξήσεις κεφαλαίου, ωστόσο θέτουν –και όχι μόνο στις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών– μια θεμελιακή ερώτηση: θέλετε να λέγεστε και να είστε τράπεζα; Αν ναι, τότε μια κανονική τράπεζα δεν πρέπει να έχει μεγάλο ύψος μη εξυπηρετούμενων δανείων (που στην ελληνική περίπτωση προσεγγίζει το 50% του χαρτοφυλακίου δανείων). Δεν πρέπει οι διοικήσεις να αφιερώνουν πολύ χρόνο και δυναμικό στη διαχείριση κόκκινων δανείων (είναι δουλειά άλλου τύπου οργανισμών). Δεν πρέπει να συγκεντρώνουν στους ισολογισμούς τους ακίνητα και εξασφαλίσεις (δεν είναι real estate εταιρείες). Και πάνω από όλα, οι διοικήσεις δεν πρέπει να περιμένουν τον από μηχανής θεό που θα λύσει ως διά μαγείας τα προβλήματα. Υποχρέωση των διοικήσεων είναι να ηγούνται τραπεζών που εμπνέουν εμπιστοσύνη στους επενδυτές και τους καταθέτες, να αντλούν κεφάλαια και ρευστότητα και να τη διοχετεύουν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Να κάνουν δηλαδή τη δουλειά τους: τη δουλειά μιας κανονικής τράπεζας. Και αν υπάρχουν προβλήματα θα πρέπει να τα αντιμετωπίσουν άμεσα, να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς, να παρουσιάσουν αξιόπιστα επιχειρηματικά σχέδια και να αντλήσουν κεφάλαια και ρευστότητα για τη χρηματοδότηση των εργασιών τους.

Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί θυμήθηκαν την περίπτωση της ιταλικής τράπεζας UniCredit. Με την τράπεζα υπό ισχυρές πιέσεις, πραγματοποιήθηκε αλλαγή διοίκησης και η οποία στο τέλος του 2016 επεξεργάστηκε και παρουσίασε στην αγορά το στρατηγικό πλάνο «Μετασχηματισμός 2019», με στόχο την εξυγίανση του ισολογισμού, την ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης και τον επανασχεδιασμό του επιχειρηματικού της μοντέλου. Το πλάνο περιελάμβανε δραστική αύξηση προβλέψεων, μαζική πώληση κόκκινων δανείων ύψους άνω των 16 δισ. ευρώ (μέσω της τιτλοποίησης FINO) και μεγάλη αύξηση κεφαλαίου (άνω των 13 δισ. ευρώ). Στόχος του μετασχηματισμού, ήταν ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) να ξεπεράσει το 12,5% το 2019 (από 10,4% τo 2015) και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από 15,1% (το 2016) να περιοριστούν στο τέλος του 2019 στο 8,4%. Ολα αυτά, χωρίς καμία εποπτική παρέμβαση, καθώς ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας βρίσκονταν αισθητά υψηλότερα των κατώτατων εποπτικών απαιτήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο stress test του 2016 που διενήργησε η ΕΚΤ, ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) της UniCredit, με βάση το δυσμενές σενάριο, διαμορφώθηκε στο 7,1%, πολύ υψηλότερα από το τότε όριο της ΕΚΤ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ