ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Εκλογικό σύστημα και υποκρισία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H ​​δημαγωγία σε θέματα που αφορούν την οικονομία και την κοινωνία οδηγεί σε στρεβλώσεις και αδράνειες που διαταράσσουν, έστω πρόσκαιρα, την κοινωνική συνοχή. Η δημαγωγία στα θεσμικά ζητήματα, όπως το εκλογικό σύστημα, πλήττουν τη δημοκρατία και δημιουργούν συνθήκες διαρκούς διάβρωσης του πολιτεύματος.

Ερώτημα πρώτο: Υπάρχει «δίκαιο» εκλογικό σύστημα; Οι θιασώτες της απλής αναλογικής, δηλαδή ενός συστήματος που μεταφέρει το ποσοστό ψήφων αυτούσιο σε ποσοστό εδρών στη Βουλή, διατείνονται ότι με τον τρόπο αυτό υπάρχει καλύτερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Η πρόταση αυτή αγνοεί βασικές συνιστώσες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το εκλογικό σύστημα επιθυμεί εξίσου να συναιρέσει δύο φαινομενικά αντιθέτους σκοπούς: την εύλογη αντιπροσώπευση και την κυβερνησιμότητα. Η πλέον ιστορική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η αγγλική, υιοθετεί διαχρονικά ένα σύστημα ισχυρά πλειοψηφικό ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η σοφία του, μολονότι κατά καιρούς έχουν παραχθεί ασύμμετρα εκλογικά αποτελέσματα. Από την άλλη πλευρά, έννομες τάξεις που υιοθετούν εκδοχές αναλογικών συστημάτων, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, ταλανίζονται επί μακρόν από την αδυναμία σχηματισμού βιώσιμων κυβερνήσεων. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τα καθ’ ημάς, έχουν εδραιωμένη κουλτούρα πολιτικών συναινέσεων. Εν τέλει, δεν υπάρχει «δίκαιο» εκλογικό σύστημα – τα μόνα κριτήρια είναι ο ορθολογισμός και η συμφωνία με το Σύνταγμα.

Ερώτημα δεύτερο: Υφίσταται ορθολογικότητα στη διαμόρφωση του εκλογικού συστήματος σήμερα; Παρά τη συνταγματική πρόβλεψη ότι το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ισχύουν από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός εάν υπερψηφιστούν με αυξημένη πλειοψηφία, ο εκλογικός νόμος εξακολουθεί να υφίσταται μια βίαιη πολιτική χειραγώγηση για τη διασφάλιση εφήμερων κομματικών συμφερόντων. Το πολιτικό αφήγημα της τελευταίας διετίας αποδεικνύει του λόγου το αληθές: στο πλαίσιο μιας νόθου καθολικότητας και γνησιότητας του δικαιώματος ψήφου, η κυβερνητική πλειοψηφία εισήγαγε σύστημα απλής αναλογικής, απέδωσε εκλογικό δικαίωμα στους δεκαεξάχρονους και υπερθεματίζει στην ανάγκη δημοψηφισμάτων (στην Ευρώπη έχουν αποδειχτεί καταστροφικά· στην Ελλάδα απλώς αγνοήθηκε η λαϊκή ετυμηγορία).

Εντούτοις, την ίδια στιγμή, η κυβερνητική πλειοψηφία αρνείται την παροχή διευκόλυνσης στους εκτός επικρατείας Ελληνες πολίτες, παρά τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη και τις συστάσεις από όλους τους αρμόδιους για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου φορείς. Με την άρνησή της η κυβέρνηση καταδικάζει τη χώρα να συμπορεύεται με την Αλβανία, την Ανδόρα, την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Μάλτα, το Μαυροβούνιο και τον Αγιο Μαρίνο – τις μόνες ευρωπαϊκές χώρες χωρίς σχετική νομοθεσία. Κυρίως, όμως, απομονώνει τους Ελληνες υψηλών δεξιοτήτων που διέρρευσαν στο εξωτερικό λόγω της οικονομικής κρίσης και του οποίους, περισσότερο από τον καθένα μας, αφορά το πολιτικό μέλλον της πατρίδας ως όρο του επαναπατρισμού τους.

Η σοβαρότερη, πάντως, πολιτική υποκρισία της κυβερνητικής πλειοψηφίας έγκειται στο ότι η ίδια έχει αξιοποιήσει στο έπακρον το ισχύον πλειοψηφικό σύστημα για να νέμεται την εξουσία μέσω ενός ευκαιριακού συμφώνου πολιτικής συμβίωσης. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είναι δυνατή η πολιτική άθροιση των επιμέρους ποσοστών των δύο κυβερνητικών εταίρων στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, η σημερινή πλειοψηφία (και ανεξαρτήτως της διαφαινόμενης προϊούσας απώλειας της εμπιστοσύνης) εκφράζει το χαμηλότερο κυβερνητικό ποσοστό σε όλη τη μεταπολίτευση: 39,15% στην επικράτεια.

Οταν απομονώνεις ένα σημαντικό μέρος των εκλογέων και αξιοποιείς πολιτικά τον πλειοψηφικό χαρακτήρα του εκλογικού συστήματος, υιοθετώντας μάλιστα ένα ακραίο μοντέλο πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού που αγνοεί κατά τη χάραξη των δημοσίων και εθνικών πολιτικών τις υπόλοιπες δημοκρατικές μειοψηφίες και, ενίοτε, τις διώκει αμετροεπώς, κάθε συζήτηση περί δήθεν «δίκαιου» εκλογικού συστήματος συνιστά προφανή υποκρισία.

* O κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ