ΒΙΒΛΙΟ

«Tα μικρά που δε σου διάβασα, καλέ μου...»

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΤΙΔΗΣ*

ΑNΘΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ
Τα μικρά που δεν πρόλαβες, ποιήματα 2015-2016
Εκδ. Αγρα
Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

Με νωπό ακόμα το πλήγμα, η ποιητική συνείδηση της Ανθής Μαρωνίτη κατορθώνει να «εξαγοράσει» ένα τμήμα της απώλειας μεταστοιχειώνοντας το οδυνηρό βίωμα σε ελεγειακό λόγο χαμηλόφωνο, και γι’ αυτό καθηλωτικό στην αλήθεια του, όπως είναι όλη της η ποίηση.

Η αντίσταση στην τελικότητα του θανάτου μπορεί να έχει πολλές μορφές – η ποίηση είναι μία από τις ισχυρότερες. Αναμετριέται κανείς με τη διακοπή - ακρωτηριασμό του οργανικού μέλους του κατασκευάζοντας μια συνέχεια που ξέρει ότι θα ζει χωρίς την ανάγκη των σωμάτων και μετά από εκεί όπου αφεύκτως οδηγούν οι «δυο μοναξιές παράλληλες», με τις οποίες κλείνει το αρχικό εξάστιχο.

Τριάντα ένα ολιγόστιχα ποιήματα (4-9 στίχους τα περισσότερα, 10-13 τα υπόλοιπα), συντεταγμένα σε δύο διακριτές ενότητες (21+10), συνθέτουν τη νέα ποιητική συλλογή της. Στην ποίησή της το αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν λείπει. Εδώ όμως για πρώτη φορά πυροδοτείται από αναγκαία και αναγκαστικά ωμότερο βιωματικό κινητήριο κραδασμό από όσο μας έχει συνηθίσει στο παρελθόν. Είναι τα πρώτα που δεν θα διαβάσει ο σύντροφος, ο «εραστής» με τη «βραχνή ανυπόμονη φωνή».

Η πρώτη ενότητα επιγράφεται με τον τίτλο του βιβλίου «Τα μικρά που δεν πρόλαβες», ουσιαστικά, επομένως, πρόκειται για ένα ποίημα με 21 μέρη. Η θεματική των αναμνήσεων που διαφαίνεται εδώ τα διαχωρίζει από εκείνα της δεύτερης ενότητας «Αγρυπνες ώρες», που επιγράφονται καθένα με ξεχωριστό τίτλο και δεν ανακαλούν μνήμες αλλά αποτυπώνουν τη δοκιμασία του επικείμενου χωρισμού, τη βεβαιότητα της αναχώρησης: από την αγωνία της αρχής «Τράβηξε την κουρτίνα / να δω το φως, τα χρώματα…» ώς την απόγνωση του τέλους «χάνω τον εαυτό μου».

Στην πρώτη ενότητα, της αναπόλησης, οι εικόνες εναλλάσσονται στην αφήγηση του κοινού βίου από τη μεριά της γυναίκας. Σε δεύτερο πρόσωπο η επίκληση της συνέχειας «Τα μικρά που δε σου διάβασα, καλέ μου / ας πετάξουν μακρυά όπως εσύ». Ακολουθούν εναλλαγές πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης διαφοροποιώντας τον ρυθμό και ανεβάζοντας τον τόνο: «Εκεί δικάζομαι εκεί παρηγοριέμαι». «Περπατούσε / έτριζαν οι αισθήσεις άγρυπνες / με παρρησία τη διαπερνούσε / χρυσαφένια σαΐτα».

Στη δεύτερη ενότητα, της αγρύπνιας, με το τέλος να πλησιάζει, ο τόνος γίνεται σχεδόν δωρικός στην αδρότητά του: «Θα σε συναντήσω / βραχνή ανυπόμονη φωνή / στο δικό σου ατάραχο έδαφος/ Oλα στην ώρα τους». Ο τελευταίος αυτός στίχος, «Oλα στην ώρα τους», ανατριχιαστικά στωικός για το μέλλον, έχει το ίδιο βάρος με το στίχο του Σεφέρη για το παρελθόν «Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά».

* Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ