Ο πατέρας της ήταν εκείνος που τη φώναζε «Τίπι» - στα σουηδικά σημαίνει «αγαπημένη». Της άρεσε τόσο που απαρνήθηκε το επίσημο όνομά της (Νάταλι Κέι) και άρχισε να το χρησιμοποιεί όταν ξεκίνησε να δουλεύει ως μοντέλο. To 1961 η εκπληκτικής ομορφιάς Τίπι Χέντρεν ήταν 31 ετών, είχε μόλις χωρίσει από τον Αμερικανό παραγωγό Πίτερ Γκρίφιθ, μεγάλωνε μόνη την κόρη τους, Μέλανι (τη μετέπειτα σταρ του Χόλιγουντ), και τα έβγαζε πέρα δύσκολα. Έτσι, όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, που την είχε δει σε τηλεοπτική διαφήμιση αναψυκτικού, της ζήτησε να συνεργαστούν, ενθουσιάστηκε. Πόσω μάλλον όταν το συμβόλαιο που της προσέφερε ήταν επταετές, με αμοιβή 500 δολάρια την εβδομάδα. 

Δυστυχώς, δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε μια σκοτεινή πλευρά του. Ο διάσημος σκηνοθέτης, που την είχε χρίσει πρωταγωνίστρια στα «Πουλιά», δεν την άφηνε να μιλάει με κανέναν στο πλατό. Της έλεγε τι να φοράει και ποιους φίλους της να βλέπει. Παρήγγειλε ένα πολυτελές τροχόσπιτο και ζήτησε να τοποθετηθεί δίπλα στο δικό του. Κανείς, εκτός από τον ίδιο, δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί, ούτε καν η κόρη της! 

Το γεγονός ότι ο έρωτάς του δεν έβρισκε ανταπόκριση τον έκανε ολοένα και πιο πιεστικό. Κι όταν πάνω σε έναν καβγά η Τίπι έκανε το λάθος να τον κοροϊδέψει για το πάχος του, εξαγριώθηκε. Αποφάσισε να την τιμωρήσει. Ενώ της είχε πει ότι τα πουλιά της θρυλικής ταινίας θα ήταν μηχανικά, έντρομη είδε στο στούντιο κλουβιά με δεκάδες αγριεμένα περιστέρια, γλάρους και κουρούνες, τα οποία προορίζονταν για διώκτες της. Κατέληξε με νευρικό κλονισμό, ματωμένη από τα νύχια τους, λίγες ημέρες μετά. Έκαναν ανακωχή μέχρι να ολοκληρωθεί η επόμενη ταινία τους, που είχε ήδη δρομολογηθεί. Αλλά η «Μάρνι» (1964) έμελλε να είναι ο τελευταίος της ρόλος μαζί του. 

Σταδιακά η ξανθιά ηθοποιός ξεχάστηκε. Χωρίς άλλη κινηματογραφική επιτυχία στο ενεργητικό της, αφοσιώθηκε στην οικογένειά της (έκανε άλλους δύο γάμους) και στην αγάπη της για τα άγρια ζώα (παραμένει δραστήρια ακτιβίστρια). «Ο Χίτσκοκ με είχε κλείσει σε μια “ψυχολογική φυλακή”. Μου κατέστρεψε την καριέρα αλλά όχι τη ζωή», έγραψε στην αυτοβιογραφία της, το 2016. 

Και να που φέτος, στα 88 της, επιστρέφει στο προσκήνιο ως μούσα του οίκου Gucci -όπως η εγγονή της, Ντακότα Τζόνσον- και κεντρικό πρόσωπο για τν νέα συλλογή ρολογιών και κοσμημάτων. Όμορφη, χωρίς να κρύβει τις ρυτίδες της, εντυπωσιάζει με την κομψότητα και το σπινθηροβόλο βλέμμα της. Ναι, η Τίπι Χέντρεν απολαμβάνει τη ζωή της και έχει αφήσει πίσω της τα φαντάσματα του παρελθόντος. «Δεν φοβάμαι πια τα πουλιά», λέει γελώντας. «Οι αράχνες, βέβαια, είναι άλλο θέμα...» ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ