Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Χάρρυ Κλυνν: Υπερχείλιση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

​Η σάτιρα ξεκινά πάντα από μια θέση ηθικής υπεροχής. Πρέπει να βάλει τον εαυτό της ψηλότερα, πιο ψηλά από τις εξουσίες και τις κοινές αξίες, για να μπορεί να τις ισοπεδώσει. Αυτή η αφετηρία πρέπει να μένει κρυμμένη, ή ακόμη κι ασυνείδητη – ένα αθέατο βάθρο. Αλλιώς η σάτιρα καταντάει, στην καλύτερη περίπτωση, ηθικολογία.

Στην επίχρυση δεκαετία του ’80, ο Χάρρυ Κλυνν δεν πρόδιδε καμία ηθική αυταρέσκεια. Κρατούσε ένα κωμικό κάτοπτρο απέναντι στο κοινό του και το άφηνε να καθρεφτιστεί με τα κουσούρια του μεγεθυμένα. Ο πονηρός βλάχος, ο κουτσαβάκης, ο νεόπλουτος, ο αριστερός κουλτουριάρης και ο αγριοπασόκος ήταν γκοτέσκες αντανακλάσεις του ακροατηρίου που αγόραζε τους δίσκους του Κλυνν και γέμιζε τα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν.

Αυτό το είδος προσλαμβανόταν ως ιερόσυλο και αστείο σε καθεστώς μιντιακής μονοφωνίας. Η κρατική ραδιοτηλεόραση ήταν το μόνο πραγματικά μαζικό μέσο επικοινωνίας. Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο ότι η παρακμή της σάτιρας, στην οποία είχε διαπρέψει ο Κλυνν, η παρακμή γενικώς της επιθεώρησης άρχισε με την ιδιωτική τηλεόραση, στην οποία η παλιά φόρμα μεταγγίστηκε επιτυχώς για λίγο, προτού απομείνει σκέτο σχήμα – ξέπνοο από εμπνεύσεις.

Ο Κλυνν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του δεν μπόρεσαν να επινοήσουν άλλη γλώσσα. Τους έφαγε η φόρμα τους. Στο νέο περιβάλλον, τα νούμερά τους ακούγονταν βγαλμένα από την κονσέρβα της ηρωικής κασέτας, που την έφτυναν από ανία μέχρι και τα κασετόφωνα.

Η κρίση της πολιτικής σάτιρας προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης, όχι μόνο επειδή είχαν αλλάξει τα Μέσα. Είχαν αλλάξει και τα γούστα. Η λαϊκή διασκέδαση δεν είχε πια την έδρα της στα θερινά θέατρα. Δεν υπήρχε ψυχοπολιτική ύλη προς εκτόνωση. Η πίστα είχε εξαφανίσει το Δελφινάριο.

Οι υπηρέτες εκείνης της παλιάς λαϊκής τέχνης που, ακόμη και στην ακμή της, ισορροπούσε μεταξύ λαϊκού και λούμπεν, μεταξύ ελευθεριότητας και χοντράδας, έχασαν το χιούμορ τους. Τους έμεινε η ηθικολογία. Ετσι και ο Κλυνν. Εβγαλε τη γούνα του χλιδιάρη Βασίλη, που έπινε τον φραπέ του αραγμένος στην μπαμπού πολυθρόνα, και έβαλε το γουνάκι του αυτόκλητου εισαγγελέα, του αρπαγμένου από τα κάγκελα της αντιμνημονιακής καταγγελίας.

Κατά δυσοίωνη τύχη, η εκδημία του Πόντιου περφόρμερ συνέπεσε με την ανάδυση της σκοτεινής Θεσσαλονίκης. Συνέπεσε με την υπερχείλιση εκείνων των ρευμάτων που φούσκωσαν εξαιτίας του αντιμνημονίου. Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, βέβαια, απείχε πολύ από το να έχει καθοριστική επιρροή. Μάλλον παρασύρθηκε, παρά τροφοδότησε αυτά τα ρεύματα.

Πήρε πολλούς το ρέμα. Κάποιοι σατιρικοί είναι ακόμη στη σκηνή. Η σάτιρά τους, όμως, είναι από καιρό νεκρή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ