Ο Τζεφ Μπέζος, ο δισεκατομμυριούχος επικεφαλής της Amazon, υποστηρίζει ότι οι 8 ώρες ύπνου κάθε βράδυ είναι προτεραιότητά του και αποδεικνύονται ωφέλιμες τόσο για τον ίδιο όσο και για τους μετόχους της εταιρείας του. Η Αριάνα Χάφινγκτον συγκαταλέγεται στους πιο ένθερμους οπαδούς του καλού ύπνου, με μότο το «κοιμήσου, για να φτάσεις στην κορυφή». Η αμερικανική εταιρεία υπηρεσιών υγείας Aetna εφάρμοσε πριν από δύο χρόνια ένα πρόγραμμα ανταμοιβής για τους εργαζομένους της που κοιμούνται καλά: 500 δολάρια τον χρόνο για όσους μπορούσαν να αποδείξουν ότι κοιμούνται 7 ή περισσότερες ώρες για 20 συνεχόμενα βράδια. Μέχρι πρόσφατα, οι λίγες ώρες ύπνου ήταν το καύχημα πολιτικών και επιχειρηματιών: η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε δηλώσει ότι o ύπνος είναι για τους αδύναμους, ο Μπιλ Κλίντον κοιμόταν 4 ώρες την ημέρα και ο Ντόναλντ Τραμπ υπερηφανευόταν ότι δεν χρειαζόταν περισσότερο από 1 ώρα ύπνο στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Την τελευταία δεκαετία ωστόσο, με αφετηρία τις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια «επανάσταση» στην κουλτούρα του ύπνου, ο οποίος από παρίας μετατρέπεται σιγά σιγά στο νέο «Ιερό Δισκοπότηρο» του ευ ζην και αναδεικνύεται σε μέτρο επιτυχίας και σύμβολο καταξίωσης. 

Τα στοιχεία ωστόσο δείχνουν ότι ο καλός ύπνος είναι μάλλον πολυτέλεια για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού του πλανήτη. Η ανάγκη και η απαίτηση για περισσότερο και καλύτερο ύπνο από τη μια και η αδυναμία εκατομμυρίων ανθρώπων να τον εξασφαλίσουν από την άλλη οδήγησαν στη δημιουργία και στη γιγάντωση μιας αγοράς ειδών και βοηθημάτων ύπνου, η αξία της οποίας υπολογίστηκε το 2016 στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως και προβλέπεται ότι θα φτάσει τα 80 δισ. μέχρι το 2022 – μελέτη της εταιρείας ερευνών αγοράς Research and Markets.

Έχουμε χάσει τον ύπνο μας...

Εβδομήντα εκατομμύρια Αμερικανοί υπολογίζεται ότι εμφανίζουν κάποιου είδους μόνιμη διαταραχή που σχετίζεται με τον ύπνο –ο αριθμός φτάνει τα 170 εκατ., αν υπολογιστούν και όσοι έχουν περιστασιακά προβλήματα– σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών, που κάνει λόγο για «επιδημία αϋπνίας» στη χώρα. Το ίδιο πρόβλημα διαπιστώθηκε ότι αντιμετωπίζουν και εκατόν πενήντα εκατομμύρια ενήλικες στην Αφρική και στην Ασία, σε έρευνα του Πανεπιστημίου του Γουόργουικ, και το 40% των Καναδών, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Λαβάλ. Τον Οκτώβριο του 2017, έρευνα της βρετανικής ασφαλιστικής εταιρείας Aviva κατέγραψε ότι το 67% των ενήλικων Βρετανών υποφέρουν από διακοπτόμενο ύπνο, ενώ το 23% δεν κοιμούνται περισσότερες από 5 ώρες. Στοιχεία από 48 χώρες, τα οποία δημοσιοποίησε η δημοφιλής εφαρμογή Sleep Cycle πριν από μια διετία, αναδεικνύουν τους Ιάπωνες σε «πρωταθλητές» στην αϋπνία, με 5 ώρες και 59 λεπτά ύπνου ημερησίως, ακολουθεί η Σαουδική Αραβία με 6 ώρες και 8 λεπτά, η Σουηδία με 6 ώρες και 10 λεπτά, η Ινδία με 6 ώρες και 20 λεπτά. Στον αντίποδα, «υπναράδες» αποκαλύπτεται ότι είναι οι Νεοζηλανδοί με 7½ ώρες ύπνου, οι Ολλανδοί με 7 ώρες και 28 λεπτά, οι Φινλανδοί με 7 ώρες και 26 λεπτά και οι Βρετανοί με 7 ώρες και 24 λεπτά. Οι Έλληνες βρισκόμαστε κάπου στη μέση, με 6 ώρες και 54 λεπτά ύπνου κάθε βράδυ. Περισσότερα στοιχεία για τη χώρα μας δεν είναι διαθέσιμα, καθώς δεν έχει πραγματοποιηθεί έρευνα στοχευμένη στον ελληνικό πληθυσμό. Αν όμως είναι ενδεικτικό, περίπου 50 άνθρωποι την εβδομάδα περνούν την πόρτα της Μονάδας Μελέτης Ύπνου του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου, για να αναζητήσουν διάγνωση και θεραπεία για τα προβλήματα ύπνου που βιώνουν. Αντίστοιχες μονάδες, κλινικές και εργαστήρια υπάρχουν σε δημόσια νοσοκομεία σε όλη την Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πέλλα, στη Λάρισα, στη Χαλκίδα, στο Ηράκλειο, στα Γιάννενα, στην Αλεξανδρούπολη και αλλού –στην Αθήνα λειτουργούν επίσης στον Ευαγγελισμό, στο Αιγινήτειο, στο «Σωτηρία», στο Τζάνειο–, ενώ σχετικές υπηρεσίες προσφέρουν και αρκετά ιδιωτικά θεραπευτήρια.

«Οι άνθρωποι σήμερα κοιμούνται λιγότερο κατά μιάμιση ώρα σε σχέση με πριν από 100 χρόνια. Έτσι έχει αναπτυχθεί ένα παγκόσμιο χρέος ύπνου με πολλαπλές επιπτώσεις στην υγεία. Το αποτέλεσμα είναι το σύνδρομο ανεπαρκούς ύπνου», εξηγεί η δρ Αναστασία Αμφιλοχίου, πνευμονολόγος και διευθύντρια της Μονάδας Μελέτης Ύπνου του Σισμανογλείου. Μεταξύ των επιπτώσεων στην υγεία περιλαμβάνονται η αρτηριακή υπέρταση, η εμφάνιση στεφανιαίας νόσου, η ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη, οι ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη), η μείωση της διανοητικής ικανότητας, οι διαταραχές μνήμης, ικανότητας σκέψης, συνειρμών, διαχείρισης πληροφορίας, η μειωμένη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού. Επίσης διαπιστώνονται μειωμένη εγρήγορση, διπλάσιος κίνδυνος επαγγελματικού ατυχήματος και φυσικά μειωμένη παραγωγικότητα. Έρευνα της εταιρείας Rand υπολόγισε ότι στις ΗΠΑ χάνονται ετησίως 1.230.000 ημέρες εργασίας λόγω ανεπαρκούς ύπνου, στην Ιαπωνία η απώλεια φτάνει τις 600.000 ημέρες και σε Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία τις 200.000 ημέρες. Αυτό μεταφράζεται σε απώλειες δισεκατομμυρίων δολαρίων για την παγκόσμια αλλά και τις τοπικές οικονομίες: 411 δισ. για τις ΗΠΑ, 138 δισ. για την Ιαπωνία, 60 δισ. για τη Γερμανία, 50 δισ. για τη Βρετανία.

 

 

Τα λεφτά είναι στο στρώμα

Η βιομηχανία των στρωμάτων υπήρξε η πρώτη που συνειδητοποίησε το μέγεθος της ευκαιρίας και κινήθηκε γρήγορα με προϊόντα που υπόσχονταν τέλειο ύπνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Προϊόντων Ύπνου, το 2016 η αξία της αγοράς των στρωμάτων ξεπέρασε τα 8 δισ. δολάρια και διατηρεί ανοδική τάση. Ταυτόχρονα, παλιές και νέες εταιρείες αναπτύσσουν τεχνολογίες και μεθόδους και προτείνουν στους καταναλωτές καινούργια σεντόνια, κουβέρτες, κουρτίνες, φωτισμό και έπιπλα, τρόπους ελέγχου της θερμοκρασίας, των ήχων, της υγρασίας, υποσχόμενες να μετατρέψουν το υπνοδωμάτιο σε κάποιου είδους «ιερό» ύπνου. Παπλώματα με φυσικά υλικά ή νέα με αφρό στρώνονται με σεντόνια από οργανικό βαμβάκι ή μπαμπού, που αφήνουν το δέρμα να «αναπνεύσει» καλύτερα, μαξιλάρια θερμοευαίσθητης τεχνολογίας που κρατούν το κεφάλι δροσερό και παπλώματα που ρυθμίζουν πιο αποτελεσματικά τη θερμοκρασία και την υγρασία του σώματος και μειώνουν τα ακάρεα. Και φυσικά, hi tech πιτζάμες από βιοκεραμικά και άλλα υλικά που απορροφούν τη θερμότητα του σώματος και την επιστρέφουν στο δέρμα.

Γκάτζετ για όνειρα γλυκά

Στη «μάχη» για τον πιο ξεκούραστο ύπνο συμμετέχουν επίσης οι κουρτίνες, αλλά και οι πηγές φωτισμού (π.χ. λάμπες), που αγωνίζονται να μιμηθούν το φυσικό φως ή να το ρυθμίσουν ιδανικά, μαζί με την παραγωγή μελατονίνης, της ορμόνης του ύπνου. Επιστρατεύονται ακόμη θερμοστάτες που ρίχνουν τη θερμοκρασία του δωματίου ακολουθώντας την πτώση της θερμοκρασίας του σώματος κατά τον ύπνο, αφυγραντήρες, αλλά και μηχανές που «μπλοκάρουν» τους θορύβους. Στην ανάγκη για μηδενικούς θορύβους απαντούν και χιλιάδες εφαρμογές που κυκλοφορούν για κάθε λειτουργικό, πολλές από τις οποίες είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και αποτελεσματικές. Κομμάτι της αγοράς του ύπνου κερδίζουν και οι συσκευές και εφαρμογές παρακολούθησης ύπνου (sleep trackers), είτε πρόκειται για το Fitbit και το AppleWatch, που είναι φορητές συσκευές, είτε για αισθητήρες, όπως το Beddit που μπαίνει πάνω από το στρώμα. Και στις δύο περιπτώσεις καταγράφουν την ώρα που χρειάστηκε κανείς για να κοιμηθεί, πόσο κοιμήθηκε και πόσο βαθιά, πόσες φορές ξύπνησε κ.ά. και τα παρουσιάζουν σε διαγράμματα στο κινητό ή στον υπολογιστή. Στην Ελλάδα η Fitbit έχει εξασφαλίσει τα τελευταία χρόνια ένα 5% της αγοράς wearables, σύμφωνα με τον κ. Ανδρέα Βασιλακόπουλο, υπεύθυνο του προϊόντος για την εταιρεία Nexion, επίσημο διανομέα της σε Ελλάδα και Κύπρο. Παρότι ακόμη τα δεδομένα που συγκεντρώνονται δεν αξιοποιούνται με κάποιον πρόσφορο τρόπο, έχει καταγραφεί αύξηση του ενδιαφέροντος και της προσπάθειας για καλύτερο ύπνο από όσους χρησιμοποιούν sleep trackers – απλώς και μόνο επειδή συνειδητοποίησαν ότι δεν κοιμούνταν καλά.

Άλλο μεγάλο μέρος της βιομηχανίας του ύπνου είναι η θεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση μέσω αντίστοιχων προϊόντων. Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα καταναλώνονται ετησίως περισσότερα από 1,5 εκατ. κουτιά υπναγωγών φαρμάκων και μέχρι και 10 εκατ. κουτιά ηρεμιστικών και αγχολυτικών. Μεγαλύτερο του 1 δισ. $ τον χρόνο είναι το κόστος των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις ΗΠΑ, ενώ σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανέρχεται η αξία των σκευασμάτων που προμηθεύονται οι καταναλωτές χωρίς συνταγή. Στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών αποκαλύπτουν ότι το 2011 δόθηκαν 40 εκατ. συνταγές για υπνωτικά σε Αμερικανούς ενήλικες. Ταχύτατα αναπτυσσόμενη είναι και η αγορά των εναλλακτικών σκευασμάτων, βοτάνων, ομοιοπαθητικών κ.λπ. Η πιο δημοφιλής συσκευή για την αντιμετώπιση της υπνικής άπνοιας –από τις πολύ συχνές και επικίνδυνες διαταραχές– είναι το CPAP, που κοστίζει από μερικές εκατοντάδες μέχρι μερικές χιλιάδες ευρώ και στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι πωλούνται για οικιακή χρήση συσκευές αξίας 4 δισ. $ ετησίως, ποσό που το 2021 αναμένεται να φτάσει τα 7 δισ.

Τέλος, ειδικά στο εξωτερικό, εντυπωσιακά είναι τα έσοδα που καταγράφουν και οι κλινικές ύπνου. Στην Ελλάδα η υπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα είναι ακόμα σε βρεφικό στάδιο, με πολύ λίγα θεραπευτήρια να την παρέχουν, στις ΗΠΑ ωστόσο το 2015 υπήρχαν ήδη 2.800 εργαστήρια ύπνου με εισπράξεις πάνω από 7 δισ. δολάρια. Έως το 2020 υπολογίζεται ότι ο κύκλος εργασιών τους θα ξεπεράσει τα 10 δισ. 

Όπως σημειώνεται σε ανάλυση της McKinsey&Company, «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αγορά του ύπνου θα προσφέρει επενδυτικές ευκαιρίες για ιδιωτικά κεφάλαια και ευκαιρίες ανάπτυξης για τις εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων τα επόμενα χρόνια». Στην Ελλάδα η αγορά βρίσκεται στο... πρωτοΰπνι, τόσο λόγω της έλλειψης ενημέρωσης για το μέγεθος και τη σοβαρότητα του προβλήματος των διαταραχών ύπνου, όσο και λόγω της οικονομικής δυσπραγίας. Υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις ότι το ρολόι μετράει αντίστροφα και η αφύπνιση δεν θα αργήσει να ακουστεί. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ