ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη δεκαετία του 1970, το ταξιδιωτικό ημερολόγιό του «Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι» σύστησε τους απομακρυσμένους και σκονισμένους ορίζοντες της Κεντρικής Ασίας στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο. Άνοιξε παράθυρο σε ένα άλλο, διαφορετικό σύμπαν. Στα 77 του χρόνια, ο Πολ Θερού έχει μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό, εκτός από τα ταξίδια του, δεκάδες μυθιστορήματα, νουβέλες και δοκίμια. Το τελευταίο του βιβλίο «Figures in a Landscape» (σ.σ. Φιγούρες σε ένα τοπίο), που μόλις κυκλοφόρησε, είναι μία ακόμη συλλογή από αριστουργηματικά κείμενα. Ποιος θα φανταζόταν ότι ένας διάσημος ταξιδιωτικός συγγραφέας όπως ο Θερού θα μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Μάικλ Τζάκσον για τη δόξα, τα video games και τον Ιησού Χριστό; Ή ότι, παρέα με έναν άλλο γίγαντα της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας, τον ηθοποιό Ρόμπιν Γουίλιαμς, θα είχε πάει κάποτε για ποδήλατο στη βόρεια Καλιφόρνια; Ο Πολ Θερού βουτάει στα βαθιά.
Όταν διαβάζεις τα βιβλία του, γίνεσαι ο ξένος που δέχτηκε την πρόσκλησή του να χορέψουν μαζί ή να τον ακολουθήσει στο ταξίδι για το οποίο μιλάει τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο Αμερικανός συγγραφέας δεν έχει χρόνο για πολιτικές ορθότητες ή για χαζοκουβεντούλα, παρότι διαθέτει ένα μοναδικό ταλέντο: απορροφά κομμάτια από τις συζητήσεις του με καθημερινούς ανθρώπους και, φιλτράροντάς τα μέσα από το δικό του πρίσμα, τα μετατρέπει με τις λέξεις του σε εικόνες. Η προσέγγισή του, περισσότερο ανθρωπολογική παρά ταξιδιωτική, δημιουργεί ένα άκρως απολαυστικό ανάγνωσμα.
Την ημέρα της συνομιλίας μας, εγώ βρισκόμουν στον Πόρο κι εκείνος στο σπίτι του στη Χαβάη. Η κουβέντα μάς πήγε από την Κίνα έως τη Λιζ Τέιλορ...

Λέτε πως η Ελίζαμπεθ Τέιλορ διατήρησε τη νεανικότητα και τη ζωντάνια της επειδή άλλαζε συντρόφους όπως κινηματογραφικούς ρόλους. Πόσο σημαντικό είναι αντίστοιχα για εσάς, έναν χρονικογράφο του πλανήτη, να μετακινείστε συνεχώς για να μη χάνετε την ενέργειά σας;

Tα ταξίδια με αναζωογονούν. Βρίσκομαι μεταξύ αγνώστων, περιστοιχίζομαι από εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Συχνά, όταν ταξιδεύεις, επισκέπτεσαι μέρη στα οποία οι άνθρωποι γερνούν πιο νωρίς – την Αφρική, την Κίνα, τη Νότια Αμερική... Το προσδόκιμο ζωής στη Ζιμπάμπουε είναι τα 35 έτη. Ενώ λοιπόν στην πατρίδα σου είσαι εκ των πραγμάτων γέρος, πηγαίνεις σε ένα μέρος στο οποίο αισθάνεσαι νέος και νιώθεις ότι οι άνθρωποι δεν σε κρίνουν. Στη δική μου περίπτωση, βέβαια, τα ταξίδια έχουν καταφέρει και κάτι ακόμα: να με βγάλουν από το γραφείο. Επειδή εδώ και πάνω από 50 χρόνια ζω από το γράψιμο, το γραφείο μου είναι ένας ουδέτερος χώρος. Το να βρίσκομαι έξω, στον πραγματικό κόσμο, με ανανεώνει, μου δίνει ιδέες. Γιατί, κακά τα ψέματα, ένας συγγραφέας δεν συναναστρέφεται με πολλούς ανθρώπους στην καθημερινότητά του, η δουλειά του είναι πολύ αντικοινωνική. Αν μάλιστα ταξιδεύεις με τον παραδοσιακό τρόπο –αργά και χωρίς να βιάζεσαι–, κάνεις και πολλούς φίλους.

Εξακολουθείτε να ταξιδεύετε όταν και όπως σας έρθει ή η τεχνολογία έχει βάλει τέλος ακόμα και στον δικό σας αυθορμητισμό;

Δεν κάνω ποτέ κράτηση εκ των προτέρων. Αν οδηγείς, δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από τις ΗΠΑ για να ταξιδέψεις με αυτοκίνητο. Παντού υπάρχουν μοτέλ, βενζινάδικα και εστιατόρια και, αν είσαι καλόβολος, όλο και κάποιο μέρος θα βρεις για να κοιμηθείς και να φας. Δεν θα συναντήσεις οδικά μπλόκα ούτε θα χρειαστεί να «χαρτζιλικώσεις» κανέναν για να συνεχίσεις τη διαδρομή σου. Πρόσφατα πήγα στο Μεξικό, περνώντας τα σύνορα από το Τέξας. Χρειάστηκε να βγάλω ειδική άδεια στο τελωνείο, που στην πράξη σημαίνει «λάδωμα» και μπόλικη γραφειοκρατία. Ταξίδεψα από τη μία άκρη του Μεξικού έως την άλλη χωρίς να κλείσω τίποτα, ούτε δωμάτιο ούτε τραπέζι. Σε airbnb δεν έχω μείνει ποτέ. Δεν μου αρέσει να εξαρτώμαι από την τεχνολογία και, όταν βρίσκομαι εκτός έδρας, δεν έχω ποτέ μαζί μου υπολογιστή.


Ο Paul Theroux στις νήσους Μαρκέζας της Γαλλικής Πολυνησίας, το 1991. (Φωτογραφία: © Christopher Pillitz/Getty Images/Ideal Image)

Μήπως οι σύγχρονες ταξιδιωτικές συνήθειες –από τις κάρτες μιλίων μέχρι την ευρεία χρήση της τεχνολογίας– μας έχουν κάνει να χάσουμε την ουσία του ταξιδιού;

Οι άνθρωποι ταξιδεύουν για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Μπορεί να έχουν μόλις μία εβδομάδα στη διάθεσή τους και να θέλουν να την αξιοποιήσουν στο έπακρο, στριμώχνοντας ένα σωρό διαφορετικά πράγματα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Σε ό,τι με αφορά, είμαι άνεργος. Η τελευταία πραγματική δουλειά που είχα ήταν το 1971 στη Σιγκαπούρη, όπου εργάστηκα ως δάσκαλος. Έχω λοιπόν όλο τον χρόνο που χρειάζομαι για να ταξιδεύω. Επειδή είμαι σχετικά διάσημος, επιλέγω να μένω σε δεύτερης και τρίτης κατηγορίας καταλύματα, για να γνωρίζω κόσμο και να πιάνω τον σφυγμό του προορισμού. Ο τουρισμός πολυτελείας σε βάζει μέσα σε γυάλα. Τα ακριβά ξενοδοχεία έχουν φύλακες, φράχτες, γύρω τους υψώνονται τείχη. Στα ταξίδια μου δεν με ενδιαφέρουν τόσο οι εκκλησίες και τα μουσεία όσο η ανθρώπινη αρχιτεκτονική. Θέλω να ακούω τις ιστορίες που έχουν να μου αφηγηθούν οι άνθρωποι. Αν επισκεπτόμουν την Ελλάδα, θα παρατηρούσα φυσικά τα υπέροχα αρχαία ερείπια, αλλά θα με ενδιέφερε περισσότερο να καταλάβω την ίδια τη χώρα και την κατάσταση που βιώνει.

Έχετε ζήσει στη Σιγκαπούρη, όπου μάλιστα εκτυλίσσεται η δράση του μυθιστορήματος «Saint Jack». Πιο πρόσφατα εκδώσατε το βιβλίο «Kowloon Tong», που χωροθετείται στο Χονγκ Κονγκ…

Η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Το Χονγκ Κονγκ βρίσκεται στην τροχιά της Κίνας, νιώθει τη σκιά της από πάνω του. Η Σιγκαπούρη έχει προσελκύσει πολλές επενδύσεις. Έχει γίνει πολύ πιο φιλική και υγιής από την πρώτη φορά που την επισκέφθηκα, το 1968, στα χρόνια της δικής της πολιτιστικής επανάστασης. Το «Saint Jack» μιλάει για τη Σιγκαπούρη των μαοϊστών και της πορνείας, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Πλέον έχει εκσυγχρονιστεί και ανασυσταθεί, γιατί ως κράτος έχει χρήμα και όραμα, αλλά παραμένει ένα απολυταρχικό μέρος, γεγονός που δυσκολεύομαι να διαχειριστώ.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άνοιξε στο Παρίσι η Eurodisney, χλευάστηκε ως «πολιτιστικό Τσερνομπίλ». Μέσα στο 2018 εγκαινιάστηκε το γιγάντιο παράρτημα του Λούβρου στο Άμπου Ντάμπι. Θεωρείτε ότι ο μαζικός τουρισμός «διαφθείρει» τον πολιτισμό;

Προσπαθήστε να βρείτε ένα μέρος στον κόσμο στο οποίο να μην υπάρχει τουρίστας. Θα δυσκολευτείτε. Μου συνέβη κάποια στιγμή στο Μεξικό και πραγματικά άξιζε τον κόπο. Ακούγομαι σαν να θέλω να κακολογήσω τους τουρίστες, αλλά, πιστέψτε με, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ταξιδεύουν. Κοιτάξτε όμως τι γίνεται στη Βενετία. Αν την είχατε επισκεφθεί πριν από την επέλαση του μαζικού τουρισμού, τώρα δεν θα θέλατε να πατήσετε το πόδι σας. Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις εστίες τους για οικονομικούς λόγους ή εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Πριν από δύο χρόνια, μπήκα σε ένα ταξί στην Ατλάντα και ο οδηγός ήταν από το Μπανγκλαντές. Τον ρώτησα γιατί ήρθε στις ΗΠΑ και μου είπε πως δεν άντεχε άλλο τη ζέστη στην Τσιταγκόνγκ!
Υπάρχει ένα ολόκληρο κύμα ανθρώπων που μετακινούνται. Και ο κόσμος είναι πολύ απογοητευμένος με την πολιτική. Μπροστά σε όλα αυτά ο τουρισμός δεν είναι τίποτα, έχει όμως και κάτι το προκλητικά ανατρεπτικό. Κάθε άνθρωπος, όταν επισκέπτεται ένα μέρος, ντύνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, φοράει ίσως ένα ωραίο καπέλο, ένα κομψό ρολόι, τσάντα και παπούτσια, και όσοι τον βλέπουν σκέφτονται: «Από πού είσαι; Τα θέλω όλα αυτά. Θέλω να φύγω από τη χώρα μου και να έρθω στη δική σου». Με λίγα λόγια, ο τουρισμός δημιουργεί θέλγητρα στους ανθρώπους και τους δίνει ιδέες. Εκτός κι αν μιλάμε για το Μπουτάν, που είναι άλλη ιστορία.

Γνωρίζετε τη Μέση Ανατολή περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Αμερικανό συγγραφέα. Η Συρία είναι διαλυμένη, η Κύπρος διχοτομημένη, το Ισραήλ έχει τα δικά του θέματα.

Δεν τρέφω ιδιαίτερες ελπίδες για τη Μέση Ανατολή. Κάθε θρησκεία που αυτοχαρακτηρίζεται ανεκτική στην πραγματικότητα διψά για εξουσία. Όποιος ταξιδεύει πολύ και για πολλά χρόνια βλέπει ότι τελικά ο κόσμος μας δεν βελτιώνεται. Οι άνθρωποι είναι όσο επιθετικοί ήταν παλιότερα, ίσως και περισσότερο. Η πίεση που ασκεί ο υπερπληθυσμός της Γης δημιουργεί αυτή την επικίνδυνη κατάσταση.
Βρέθηκα στη Συρία επί Χαφέζ αλ Άσαντ, ταξίδεψα στη Δαμασκό και στο πανέμορφο κάποτε Χαλέπι, που τώρα είναι συντρίμμια. Τη μία μέρα είσαι σε μια πόλη, την επόμενη αυτή δεν υπάρχει πια. Είναι τρομερό αν το σκεφτεί κανείς. Η Κύπρος είναι χωρισμένη στα δύο. Αυτό το αίσθημα της απόγνωσης δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Το ίδιο νιώθω και στην Αφρική, όπου έζησα σε μια εποχή που ο πληθυσμός της ήταν μικρότερος και τα πράγματα πολύ πιο απλά – λειτουργούσαν με έναν κάπως αξιόπιστο τρόπο. Εργάστηκα στο Μαλάουι ως εθελοντής του μη κυβερνητικού οργανισμού Peace Corps από το 1963 έως το 1965. Ο πληθυσμός του τότε ήταν 3 εκατ., τώρα έχει φτάσει τα 18 εκατ. και όλο αυτό δεν είναι βιώσιμο. Υπάρχουν πάνω από 1 εκατ. ορφανά.

Έχετε σπίτι στη Χαβάη. Σας γοητεύει το μυστήριο που αποπνέει αυτό το μέρος ή σας ελκύουν περισσότερο οι υπέροχες παραλίες της;

Μου αρέσει να ζω κοντά στο νερό. Είναι θέμα φενγκ σούι. Θα μου ήταν τρομερά δύσκολο να ζήσω μακριά από τη θάλασσα, στην έρημο για παράδειγμα ή στις μεσοδυτικές πολιτείες. Όσο για τις παραλίες της Χαβάης, πολλοί με ρωτούν «ποια είναι η αγαπημένη σου;». Θα σας πω την τρίτη κατά σειρά αγαπημένη μου, γιατί, αν μαρτυρήσω την πρώτη, όλοι θα θέλουν να πάνε εκεί!

Ποια είναι η αγαπημένη σας πόλη στον κόσμο;

Δεν με ενδιαφέρουν οι πόλεις. Θεωρώ ότι η ζωή σε αυτές είναι άσχημη, όπου κι αν πας. Έζησα στο Λονδίνο για 17 χρόνια και δεν μου άρεσε. Αν με ρωτάτε ποια σας προτείνω να επισκεφθείτε, θα σας έλεγα τη Ρώμη ή κάποια άλλη ιταλική πόλη. Επίσης, το Μέξικο Σίτι έχει τα πάντα και είναι πολύ πιο ασφαλές από ό,τι ήταν παλιά. Αν κάποιος μου έλεγε ότι έχω 20 λεπτά στη διάθεσή μου και πρέπει να αποφασίσω πού θα τα περάσω οπουδήποτε στον κόσμο, μάλλον θα διάλεγα έναν γκρεμό στη Σάντα Μπάρμπαρα με θέα στον Ειρηνικό ωκεανό ή κάτι τέτοιο. H Nέβερλαντ του Μάικλ Τζάκσον είναι επίσης ένα υπέροχο μέρος, που μπορεί να συγκριθεί με ελάχιστα στον κόσμο.

Είστε πολυταξιδεμένος, έχετε ζήσει σε πολλούς και διαφορετικούς τόπους. Ποιον από όλους θεωρείτε πατρίδα σας;

Παραμένω ένα παιδί από το Μέντφορντ της Μασαχουσέτης, όπου γεννήθηκα, αλλά πέρασα την ενήλικη ζωή μου στο Κέιπ Κοντ. Μεγάλωσα σε μια πιο απλή εποχή, όταν ο πληθυσμός των ΗΠΑ ήταν 150 εκατ. άνθρωποι. Οποιοσδήποτε συνομήλικός μου θυμάται εκείνα τα χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλύτερα από πολλές απόψεις. Υπήρχε λιγότερη πίεση και η ζωή κυλούσε πιο αργά, γιατί ο τρόπος που είχαμε για να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους ήταν είτε να τους τηλεφωνούμε είτε να τους γράφουμε γράμμα. Το Ίντερνετ μας έχει κάνει να τρέχουμε σαν πανικόβλητοι. Όσο για τα deadlines, κάποτε έστελνες ένα γράμμα και έφτανε στον παραλήπτη μερικές μέρες αργότερα. Τώρα πια η ικανοποίηση είναι... αυτόματη. Το Ίντερνετ δεν ωφελεί το μυαλό. Κάνει τους ανθρώπους μόνους, ανήσυχους, πιεσμένους. Αλλά το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.
Κάθε ταξίδι είναι κατά κάποιον τρόπο βουτιά στον χρόνο. Μπορείς να πας σε μέρη όπου η ζωή είναι πιο απλή, χωρίς Ίντερνετ. Είναι μεγάλη ανακούφιση να φτάνεις σε προορισμούς όπου οι ρυθμοί είναι λιγότερο εντατικοί. Κάθεσαι, διαβάζεις ένα βιβλίο και μιλάς στους ανθρώπους χωρίς παρεμβολές ή διακοπές.

Paul Theroux, «Figures in a Landscape», εκδ. Eamon Dolan/Houghton Mifflin Harcourt, τιμή: $16,97 στο amazon.com

Στις εισαγωγικές σελίδες του καινούργιου σας βιβλίου υπάρχει το επίγραμμα ενός Εβραίου προφήτη που παραπέμπει στη φύση της αλήθειας…
Όταν λες την αλήθεια, τα λόγια σου μπορεί να αποβούν προφητικά και αυτό είναι το πρόβλημα με τον τουρισμό και με τα ταξίδια που κατά κάποιον τρόπο καταπιάνονται με την πολιτική. Πρέπει να βλέπεις τα πράγματα ακριβώς όπως είναι και καταλήγεις να λες «σ’ τα ’λεγα εγώ». Αλλά είναι πολύ δύσκολο, γιατί ο καθένας έχει τη γνώμη του και προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον άλλο με αυτά που πιστεύει. Το να ταξιδεύεις μόνος σου είναι σπουδαίο. Βλέπεις, στοχάζεσαι και προχωράς. Από την άλλη, ο κόσμος μας είναι σήμερα λιγότερο σταθερός από πολιτικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής άποψης. Αλλά πολύ πλούσιος για έναν συγγραφέα.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ