ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πέρασαν δέκα χρόνια. Παρασκευή απόγευμα, 11 Απριλίου 2008. Μανχάταν, γωνία Μπρόντγουεϊ και 116ης Οδού. Θέατρο Μίλερ του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Μια μεγάλη ουρά εκτείνεται κατά μήκος ενός οικοδομικού τετραγώνου. Σχεδόν όλοι οι παριστάμενοι βαστούν ένα αντίτυπο βιβλίου του Φίλιπ Ροθ. Γι’ αυτόν περιμένουν όρθιοι, μαζί τους κι εγώ που κατέφτασα στη Νέα Υόρκη (ιδίοι εξόδοις – με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει) μόνο γι’ αυτό το γεγονός.

Το Κολούμπια θα τιμούσε τα 75χρονα ενός Αμερικανού συγγραφέα τον οποίο, στην εκδήλωση, η κριτικός της λογοτεχνίας Ερμιόνη Λι θα τον χαρακτήριζε «ζωντανό λογοτεχνικό θρύλο» και όλοι είχαμε έρθει για να δούμε και να ακούσουμε από κοντά τον «μεγάλο ερημίτη» του Κονέκτικατ.

«Ερημίτης»; Μα ναι. Μετά την τεράστια επιτυχία (και το σκάνδαλο) του «Συνδρόμου Πόρτνοϊ», του τέταρτου βιβλίου του, που κυκλοφόρησε το 1969, ο Ροθ αγόρασε ένα αγρόκτημα του 1790 στο δάσος του Κονέκτικατ, στη μέση του πουθενά. Ο διευθυντής του New Yorker, Ντέιβιντ Ρέμνικ, στο βιβλίο του «Reporting», σχολιάζει ότι ο Ροθ ζει εκεί σαν «στρατιώτης/μοναχός». «Εκεί πάνω δεν έχει ούτε παραλία, δεν έχει πόλη, δεν έχει να πας πουθενά, οπότε κάθεσαι σπίτι», λέει ο Ροθ στον Ρέμνικ. «Ζω μόνος, δεν είμαι υπεύθυνος για κανέναν ούτε έχω να μοιράσω τον χρόνο μου με κανέναν. Το πρόγραμμά μου το καθορίζω εγώ ο ίδιος... Είμαι σαν τον γιατρό στη μονάδα επειγόντων περιστατικών. Μόνο που εγώ είμαι το επείγον περιστατικό».


2011: Ο Μπαράκ Ομπάμα απονέμει στον Φίλιπ Ροθ το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών σε εκδήλωση στον Λευκό Οίκο.

Οταν, στο τέλος της εκδήλωσης, ανέβηκε στο βήμα ο ίδιος ο Ροθ, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε με χαριτωμένη, ειρωνική μελαγχολία: «Εβδομήντα πέντε. Πόσο ξαφνικό! Εγώ πάντως νιώθω λες και βρίσκομαι στα 1943, δέκα χρόνων στην κουζίνα της μητέρας μου». Εκεί έγραψε, όπως μας είπε, το πρώτο του διήγημα, μια εξωτική περιπέτεια με ήρωα έναν νεαρό ο οποίος δεν είχε καθόλου εβραϊκό όνομα.

Αμερικανική τριλογία

Πολύ αργότερα, το 1959, ήρθε το πρώτο του βιβλίο, «Αντίο, Κολόμπους». Δέκα χρόνια μετά, ακολούθησε το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ», ο ξέφρενος, κωμικός μονόλογος ενός μανιώδους αυνανιστή· δέκα χρόνια μετά εμφανίστηκε ο Νέιθαν Ζούκερμαν, το συγγραφικό alter ego του (με κορυφαία στιγμή το μυθιστόρημα «Αντιζωή»), αλλά από τα εξήντα του και μετά, αντί να χάσει δυνάμεις, απογειώθηκε με μερικά από τα σπουδαιότερα βιβλία της σύγχρονης αμερικανικής πεζογραφίας: «Αμερικανικό ειδύλλιο», «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή», «Το ανθρώπινο στίγμα» (που συνιστούν την άτυπη «αμερικανική τριλογία»), το «Θέατρο του Σάμπαθ» (ο... Πόρτνοϊ γέρασε, αλλά η λαγνεία δεν λέει να του φύγει έστω και υπό τη σκιά του θανάτου πλέον), «Επιχείρηση Σάιλοκ» (όπου θίγει το αραβοϊσραηλινό από κοινού με το Ολοκαύτωμα, μέσα από ένα εκπληκτικό παιχνίδι ταυτοτήτων), «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής» (εναλλακτική εφιαλτική ιστορία της Αμερικής του Β΄ Παγκοσμίου), κλείνοντας σιγά σιγά με μια σειρά σύντομων στοχαστικών μυθιστορημάτων πάνω στη φθορά, στην απουσία, στον θάνατο.

Το 2010 εξέδωσε το τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Νέμεσις», και αμέσως μετά δήλωσε πως θα «έσπαγε την πένα του». Πολλοί δεν τον πίστεψαν· αυτός όμως το εννοούσε. Το έριξε στο διάβασμα (οτιδήποτε εκτός από μυθοπλασία), στο κολύμπι, στη μεσημεριανή σιέστα, σε συναυλίες κλασικής μουσικής. Ο ίδιος έλεγε πως ένιωθε ανάλαφρος. Οσοι τον ήξεραν καλά, όμως, είχαν να λένε πως βασανιζόταν από κατάθλιψη – πιστή «σύντροφός» του από παλιά.

Ο Ροθ που μου σύστησαν μετά την εκδήλωση στο Κολούμπια, χάρη στον φίλο του Ντέιβιντ Πλαντ, συγγραφέα και καθηγητή –τότε– στο Κολούμπια, στη μικρή δεξίωση του πανεπιστημίου προς τιμήν του, ήταν όντως ένας βαθύτατα μελαγχολικός άνδρας – ο οποίος όμως δεν έχανε στιγμή το χιούμορ του.


Νιου Τζέρσεϊ, Μπράντλεϊ Μπιτς, Αύγουστος του 1937. Ο Φίλιπ Ροθ τεσσάρων ετών, ο αδελφός του Σάντι, εννέα, και ο πατέρας τους Χέρμαν, τριάντα έξι ετών.

«Νόμιζα ότι ήρθαν όλοι για να με κηδέψουν, όχι για να με τιμήσουν», ήταν τα πρώτα του λόγια σε μένα. Μιλούσαμε, αλλά ο νους του έτρεχε αλλού. Μια αγωνία με τον χρόνο και μια αγωνία με την επιθυμία: με έναν γοητευτικό τρόπο, ερωτοτροπούσε με όποια γυναίκα τον πλησίαζε. Με τους άγνωστους άνδρες που τον προσέγγιζαν, όπως ο γράφων, δεν ήταν τόσο διαχυτικός χωρίς όμως να γίνεται αγενής. Οπως είχα γράψει στο περιοδικό «Κ» αφότου επέστρεψα από τη Νέα Υόρκη, έβλεπες πάνω του «δύο αντιφατικά πράγματα: μια θλίψη και την ίδια στιγμή μια απίστευτη λαχτάρα για ζωή».

«Περίπλοκος άνθρωπος»

«Για μένα ήταν πάντα ένας καλός φίλος που μου στάθηκε ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές μου», θα μου εξομολογηθεί την επομένη της εκδήλωσης ο Ντέιβιντ Πλαντ. «Κάποιοι άλλοι δεν τον αντέχουν, δεν υποφέρουν ούτε τον ίδιο ούτε τα βιβλία του. Τους καταλαβαίνω, είναι ένας εξαιρετικά περίπλοκος άνθρωπος. Θυμάμαι, μια περίοδο που περνούσα κρίση με το γράψιμο, ζούσα τότε στο Λονδίνο, με έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο από την Αμερική για να μου δίνει θάρρος. Μου είχε πει σε ένα από τα τηλεφωνήματά του: “Ντέιβιντ, το γράψιμο είναι ένας καθεδρικός ναός. Κι εμείς έχουμε την ευλογία να βρισκόμαστε μέσα σε αυτόν”»...

Οταν πληροφορήθηκα τον θάνατό του, στα 85 του, δέκα χρόνια έπειτα από εκείνη τη βραδιά στο Κολούμπια, θυμήθηκα με πόσο πάθος μού μιλούσε για το βιβλίο που θα εξέδιδε τότε, την «Αγανάκτηση», τονίζοντάς μου πόσο φοβόταν το 1951 μήπως στρατευθεί και τον στείλουν στην Κορέα (όπως συμβαίνει στον ήρωα του βιβλίου του). Θυμήθηκα ακόμη την κατακλείδα της ομιλίας του στο Κολούμπια: «Πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος... Ας ξανακάνουμε μια τέτοια εκδήλωση μετά από 25 χρόνια. Το 2033. Θα είναι εδώ προτού το πάρετε είδηση». Ολοι γέλασαν· εκείνος, πάλι, όχι.

«Καταδύθηκε νιώθοντας κάθε άλλο παρά ισοπεδωμένος...»

Υπάρχουν ορισμένοι συγγραφείς που νιώθεις πως ό,τι γράφουν το γράφουν για σένα. Είναι, ας πούμε, οι συγγραφείς που «παντρεύεσαι»: αφού περάσει ο πρώτος έρωτας, από ένα σημείο κι έπειτα βλέπεις τα τρωτά τους σημεία, πού μειονεκτούν, τις φλυαρίες – αλλά είναι η οριστική σου επιλογή. Ακόμα και στις πιο μέτριες στιγμές τους, εσένα κάτι σου κάνουν. Ο Φίλιπ Ροθ ήταν για μένα αυτή ακριβώς η περίπτωση.

Πέρα από προσωπικές προτιμήσεις όμως, το βέβαιο είναι ότι ορισμένα μυθιστορήματά του έχουν περάσει πλέον στο πάνθεον των αμερικανικών γραμμάτων και, όταν οι New York Times οργάνωσαν πριν από λίγα χρόνια δημοσκόπηση για τα κορυφαία έργα αμερικανικής πεζογραφίας της τελευταίας 25ετίας, στη λίστα συγκαταλέγονταν έξι μυθιστορήματα του Ροθ!


1959: Η χρονιά που ο Ροθ (δεξιά) απέσπασε το National Book Award με τη νουβέλα «Αντίο, Κολόμπους». Ηταν η αρχή μιας μεγάλης πορείας τριάντα βιβλίων.

Οχι τυχαία. Η ανατομία των δεσμών αίματος, των ερωτικών σχέσεων, της συχνά αντιφατικής, ευάλωτης όσο και παρορμητικής ανδρικής ψυχοσύνθεσης, κυρίως με άξονα το στοιχείο της επιθυμίας, τα πολλά πρόσωπα της μεταπολεμικής Αμερικής, οι Εβραίοι της διασποράς και το Ισραήλ, η αγωνία για την ίδια τη λογοτεχνία και οι δεξιοτεχνικές αμφιέσεις με τα παιχνίδια ταυτότητας, η δραστικότητα της πρότασής του, η σωματικότητα που διαπερνά τις λέξεις του, ο συνδυασμός ειρωνείας και τραγωδίας, η αρμονία φόρμας και περιεχομένου, όλα αυτά είναι στοιχεία που τον καθιστούν ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της αμερικανικής πεζογραφίας διαχρονικά.

Σε μερικά από τα τελευταία του βιβλία, κυρίως στην «Ταπείνωση», φάνηκε η κόπωσή του. Προφανώς την ένιωσε πρώτος απ’ όλους. Εδωσε ό,τι καλύτερο μπορούσε με το κύκνειο άσμα, το «Νέμεσις» (το δεύτερο μισό θυμίζει τον παλιό, καλό, δυναμικό, συγκινητικό Ροθ) και αποσύρθηκε. Το μόνο που έκανε έκτοτε ήταν να βοηθάει τον άνθρωπο που ανέλαβε τη συγγραφή της βιογραφίας του, τον Μπλέικ Μπέιλι (συγγραφέα μιας έξοχης βιογραφίας του Τζον Τσίβερ).

Μαθαίνοντας την είδηση του θανάτου του, από καρδιακή ανεπάρκεια, ο νους μου έτρεξε στις τελευταίες αράδες του μυθιστορήματος «Καθένας»: «Καταδύθηκε νιώθοντας κάθε άλλο παρά ισοπεδωμένος, κάθε άλλο παρά προγραμμένος, λαχταρώντας ξανά την πλήρωσή του· κι όμως, δεν ξύπνησε ποτέ. Ανακοπή. Δεν ήταν πια, είχε απελευθερωθεί από το είναι, είχε μπει στην ανυπαρξία χωρίς καν να το καταλάβει – όπως ακριβώς το φοβόταν από την αρχή».

Οι θησαυροί του

Εχει στο ενεργητικό του είκοσι επτά μυθιστορήματα και νουβέλες, δύο αυτοβιογραφικά βιβλία και δύο συλλογές δοκιμίων και συνεντεύξεων. Εκτός ΗΠΑ, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Στην Ελλάδα, όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.

Μια προσωπική επιλογή από τα δέκα καλύτερα βιβλία του:

• «Το θέατρο του Σάμπαθ»: Σπαρακτικό μυθιστόρημα πάνω στο τίμημα της ερωτικής επιθυμίας, αλλά και στο φορτίο της μνήμης.

• «Αμερικανικό ειδύλλιο»: Από τα πλέον πολιτικά μυθιστορήματά του πάνω στην τραυματική σχέση πατέρα - κόρης στην ταραγμένη Αμερική της δεκαετίας του ’60.

• «Πατρική κληρονομιά»: Καταγραφή της απώλειας του πατέρα του. Εξοχη αυτοβιογραφία, συγκινητική, αλλά και με κωμικές στιγμές.

• «Επιχείρηση Σάιλοκ»: Η αραβοϊσραηλινή διένεξη στη σκιά μιας δίκης για το Ολοκαύτωμα.

• «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ»: Με αυτό το βιβλίο απέκτησε τη φήμη του «πορνολάγνου»...

• «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή»: Προσωπικά δράματα με φόντο την Αμερική της εποχής του Μακάρθι.

• «Το ανθρώπινο στίγμα»: Η ρευστή ταυτότητα ενός ανθρώπου υπό την πολιτική ορθότητα των ’90s.

• «Ο συγγραφέας φάντασμα»: Ο νεαρός Νέιθαν Ζούκερμαν νομίζει ότι ερωτεύτηκε την Αννα Φρανκ – στην Αμερική του 1956!

• «Τα γεγονότα»: Λοξή αυτοβιογραφία που καλύπτει τα χρόνια μέχρι τον «Πόρτνοϊ».

• «Αντιζωή»: Το κορυφαίο μυθιστόρημά του με ήρωα τον Νέιθαν Ζούκερμαν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ