Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Στους αντίποδες των ψευδαισθήσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ύμφωνα με τον Μίλαν Κούντερα, ο Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ (1854-1928) «ανακάλυψε έναν καινούργιο κόσμο για την όπερα, τον κόσμο του πεζού λόγου». Και συνεχίζει ο Κούντερα στις «Προδομένες διαθήκες»: «Είπα πως ανακάλυψε τον κόσμο του πεζού λόγου, επειδή ο πεζός λόγος δεν είναι απλώς μια μορφή λόγου διαφορετική από τον στίχο, αλλά και μια όψη της πραγματικότητας, η καθημερινή, η συγκεκριμένη, η στιγμιαία όψη της, που βρίσκεται στους αντίποδες του μύθου».

Η «Υπόθεση Μακρόπουλου» του Γιάνατσεκ, που παρουσίασε πρόσφατα η Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, ταλαντεύεται ανάμεσα σε ακραίες όψεις της πραγματικότητας, μέσα από το εύρημα μιας απέθαντης ηρωίδας. Η Εμίλια Μάρτυ, νεότατη και πολύ ελκυστική λυρική τραγουδίστρια, είναι 337 ετών. Τον 16ο αιώνα, ο πατέρας της, Κρητικός γιατρός Ιερώνυμος Μακρόπουλος, παρασκεύασε το φίλτρο της αιώνιας νεότητας. Ετσι η Ελίνα, Ελζα, Ελλιάν, Εμίλια, ή όπως αλλιώς ονομάζεται ανά τους αιώνες που έχει διασχίσει, βρίσκεται σε ένα διαρκές μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Για την ακρίβεια, δεν «ζει» πια αφού έχει πάψει να αισθάνεται. Η καθημερινότητά της είναι μέσα σε ένα κενό, παγωμένο και, σχεδόν, σκαιό. Στον τελευταίο, αποκαλυπτικό μονόλογό της, απευθύνεται στους γύρω της για να τους πει: «Δεν ξέρετε πόσο ανάλαφρη είναι η δική σας ζωή, είστε τόσο κοντά σε όλα, για εσάς όλα έχουν νόημα, έχουν αξία. Ανόητοι, είστε ευτυχισμένοι μόνο και μόνο χάρη στη βλακώδη σύμπτωση ότι σύντομα θα πεθάνετε!».

Αυτήν τη σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα όπερα ανέσυρε η Λυρική Σκηνή, την ανέθεσε σε έναν σκηνοθέτη που διαπερνά την επιφάνεια των λέξεων και των ήχων και την εμφάνισε σε μια, μακρά, περίοδο που ο μετρονόμος της χώρας και της καθημερινότητάς μας μοιάζει περισσότερο αποσυντονισμένος από ποτέ. Κι αυτό έχει τη σημασία του.

Πώς παρουσιάζεις όμως μια όπερα στην οποία «δεν υπάρχουν διακριτά μουσικά μέρη, άριες, ντουέτα ή χορωδιακά, ούτε καν ο χωρισμός των πράξεων σε σκηνές», όπως σημειώνει ο μουσικοκριτικός Νίκος Δοντάς στο (υποδειγματικό) πρόγραμμα του έργου; «Δεν υπάρχουν εκτενείς μελωδίες, μόνο σύντομα μουσικά θέματα, τα οποία αντιστοιχούν στη νευρικότητα την οποία οφείλει να προκαλεί σε όλους τους παριστάμενους η παρουσία της πρωταγωνίστριας».

Οπως εξηγούσε ο Γιάνατσεκ, «η “Υπόθεση Μακρόπουλου” είναι πρώτα απ’ όλα θέατρο, μουσικό θέατρο, όχι σκηνική μουσική». Ο Γ. Χουβαρδάς δημιούργησε το «σπίτι του χρόνου». Τα πρόσωπα γύρω από την απέθαντη Εμίλια κινούνται λες σε ένα άπειρο χωροχρόνο, είναι μια ανασύνθεση της μνήμης της και ταυτόχρονα εφιάλτης.

Πρόσωπα και την ίδια στιγμή σκιές. Υπάρχουν, είναι ζώντα και δρώντα, κι όμως είναι σα να μην υπάρχουν ίσως γιατί η Εμίλια έχει πάψει να «βλέπει». Και πώς να «δει» αφού δεν αισθάνεται, δεν πάσχει, δεν αξιώνεται ούτε την αγάπη, ούτε τον πόνο, ούτε την επιθυμία, ούτε την απόρριψη.

Το ελιξήριο της νεότητας από απόλυτη φαντασίωση έχει μετασχηματιστεί, στο έργο του Γιάνατσεκ, σε διαρκή θάνατο. Η συνθήκη που περιγράφει βρίσκεται, πράγματι, στους «αντίποδες του μύθου». Η απανθρωποποιημένη Εμίλια Μάρτυ ξαναβρίσκει την ανθρωπιά της μόνο στον θάνατο.

Είτε ο Γιάνατσεκ συνθέτει μια παραβολή είτε ένα ψυχογράφημα με φιλοσοφικές προεκτάσεις, το έργο αυτό (βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Κάρελ Τσάπεκ), προτείνει την ταφή ως σωτηρία. Πρέπει να θάβουμε τους «νεκρούς», πρόσωπα από το παρελθόν, σκέψεις που ατέρμονα ανακυκλώνουν, ιδέες που βασανιστικά επανακάμπτουν, γιατί αλλιώς ο κόσμος γίνεται αφιλόξενος. Οταν στη ζυγαριά οι πάσης φύσεως «νεκροί» βαραίνουν, τότε καμία ρητορεία δεν μπορεί να αναπληρώσει την ένδεια ζωής.

Ο Γιάνατσεκ, άνθρωπος που ουσιαστικά έζησε στον 19ο αιώνα, καταλογίζει στους ρομαντικούς ότι νόθευσαν τα αισθήματα, όπως γράφει και ο Κούντερα: «Οτι υποκατέστησαν την άμεση αλήθεια των συγκινήσεων με μια αισθηματική χειρονομία». Ο Γιάνατσεκ εκφράζει μια ρήξη με τον ρομαντισμό.

Η «Υπόθεση Μακρόπουλου» βοηθάει να κατανοήσουμε το αδιέξοδο της επανάληψης και να προασπιστούμε το ουσιώδες: τη ρήξη με το ψευδαισθησιακό. Την αντιπαράθεση με τη διαρκή ανακύκλωση φθαρμένων μύθων. Με τα πάσης φύσεως «ελιξήρια» που υποτίθεται ότι μάχονται τη θνητότητα, παραμορφώνοντας τον χρόνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ