ΒΙΒΛΙΟ

Η αστική τάξη που ηττήθηκε στην Κατοχή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

ΕΥ. Π. Καραγιάννης- Οψεις της κατοχικής εμπειρίας στην Αθήνα (1941-1944). Μέσα από την πεζογραφική παραγωγή των Ρ. Ρούφου, Θ. Δ. Φραγκόπουλου, Αλ. Κοτζιά και Γ. Θεοτοκά εκδ. Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, σελ. 478.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΥ. Π. Καραγιαννης
Οψεις της κατοχικής εμπειρίας στην Αθήνα (1941-44). Μέσα από την πεζογραφική παραγωγή των Ρ. Ρούφου, Θ. Δ. Φραγκόπουλου, Αλ. Κοτζιά και Γ. Θεοτοκά
εκδ. Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, σελ. 478

Από τότε που στα καθ’ ημάς η ιστοριογραφία διαχώρισε μεταπολεμικά τη θέση της από τη «μητέρα» φιλολογία, η πειθαρχία τής Ιστορίας κέρδισε μεν την πολυπόθητη ανεξαρτησία της, έχασε όμως έναν σημαντικό πλούτο πηγών. Ετσι, το λογοτεχνικό έργο αξιοποιήθηκε σπάνια ως ιστοριογραφικό «τεκμήριο», χάνοντας τη δυνατότητα να κατανοηθούν οι προσλήψεις της πραγματικότητας από τις πολύ ευαίσθητες κεραίες των πεζογράφων. Είναι ευτύχημα που νέοι ιστορικοί όπως ο Ευ. Καραγιάννης τολμούν να σπάσουν αυτό το ταμπού και να προσεγγίσουν με ιστοριογραφικά κριτήρια το πεζογραφικό έργο μιας περιόδου όπως η μεταπολεμική. Η μελέτη του αφορά, άλλωστε, μείζονες λογοτέχνες μας όπως ο Ρ. Ρούφος, ο Αλ. Κοτζιάς, ο Γ. Θεοτοκάς και ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος. Το πλεονέκτημα είναι δε ότι οι ίδιοι υπήρξαν και πρωταγωνιστές της περιόδου για την οποία γράφουν, δηλαδή της Κατοχής του 1941-44. Κι έτσι, το έργο τους είναι ένα εξαιρετικό παρατηρητήριο για να κατανοήσουμε τις εκ των υστέρων προσλήψεις αυτής της καθοριστικής εμπειρίας για τη νεότητα, ιδίως μάλιστα από το μη κομμουνιστικό ιδεολογικό χώρο, για τον οποίο γνωρίζουμε λιγότερα.

Μεθοδολογικά, ο Ευ. Καραγιάννης οργανώνει το υλικό σε τέσσερις άξονες. Ο πρώτος αφορά τη διασύνδεση της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, αν και αποφεύγει να υιοθετήσει ακραία μεταμοντέρνες θέσεις ότι «όλα είναι μια αφήγηση». Ο δεύτερος αφορά το μεθύστερο βίωμα ενός γεγονότος κατά την πράξη της συγγραφής. Ο τρίτος και ο τέταρτος άξονας έχουν να κάνουν με το τραύμα και τη διαχείρισή του που συντελεί αποφασιστικά στη διαμόρφωση ιδεολογικών ταυτοτήτων, αφού περιπτώσεις όπως η δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου από την ΟΠΛΑ (Φεβρ. 1944) αποτελεί για τον στενό του φίλο, Ρ. Ρούφο, ένα δομικό τραύμα που καθορίζει όλη τη μετέπειτα στάση του απέναντι στην εποχή. Με παρόμοιο τρόπο στιγματίζει τον Θεοτοκά η δολοφονία της ηθοποιού Ε. Παπαδάκη στα Δεκεμβριανά.

Συνηθέστατα, η ιστοριογραφία μας αντιμετωπίζει την εποχή αυτή μέσα από το παγιωμένο σχήμα «κομμουνισμός – αντικομμουνισμός», κάνοντας και δικές της προβολές στο παρελθόν. Το προσόν τής εν λόγω μελέτης είναι, αντιθέτως, ότι αναδεικνύει τη διάσταση της «χαμένης γενιάς» που αφορά όλη τη νεολαία που συστρατεύθηκε τότε στην αντίσταση, ανεξαρτήτως αν ήταν εαμική ή όχι. Με άλλα λόγια, η απογοήτευση γι’ αυτό που επακολούθησε της απελευθέρωσης αφορά και τους υποτιθέμενους «νικητές» του εμφυλίου, όχι μόνο τους ηττημένους.

Στο έργο του Ρούφου ή του Φραγκόπουλου η κριτική εκτοξεύεται και κατά της αστικής τάξης και της μεταπολεμικής της παλινόρθωσης, ωσάν να μην πήρε κανένα μάθημα από όσα είχαν μεσολαβήσει. Επικρίνεται, έτσι, η «αδιαφορία των Αθηναίων βιομηχάνων την ώρα που φτωχοί εθνικιστές σκοτώνονταν στους συνοικισμούς». Οι ίδιοι αποκαλύπτουν δε και μια άλλη τραγική διάσταση που διαφεύγει στους περισσότερους: ότι την απόρριψη δεν τη βίωσαν μεταπολεμικά μόνο οι διωκόμενοι κομμουνιστές αλλά και όσοι (πρωτευουσιάνοι) νεολαίοι πήραν μέρος σε μη εαμικές οργανώσεις, όπως του Ζέρβα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν τους καλοδέχθηκε. Μπορεί να μη φυλακίστηκαν, αλλά αντιμετωπίστηκαν καχύποπτα από το μεταπολεμικό καθεστώς για την αντιστασιακή τους δράση. Και είδαν με πικρία να στήνεται ξανά ένα κράτος μιας γηραιάς, άνευρης και υπερσυντηρητικής ελίτ που απέκλειε τους «μυριάδες των εργατικών ανθρώπων που μορφώνονται, που κοπιάζουν, που δημιουργούν».

Εντέλει, το όραμα της χαμένης αυτής γενιάς που κινητοποιήθηκε με ανυστερόβουλη και ηρωική διάθεση αισθάνθηκε ότι προδόθηκε όσο και το κομμουνιστικό. Τι άξιζε άραγε η θυσία μιας τόσο σπουδαίας μορφής όπως του Κίτσου Μαλτέζου, αν ήταν να επικρατήσει τέτοια μικροψυχία;

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ