ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενώ το τοπίο σχετικά με το «καθεστώς» στο οποίο θα βρεθεί η Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος παραμένει ακόμη ασαφές για τους διεθνείς αναλυτές, με κάποιους, όπως η Credit Suisse, να υποστηρίζουν ότι είναι εφικτή η καθαρή έξοδος και κάποιους άλλους, όπως η JP Morgan, να τάσσονται υπέρ της πιστοληπτικής πιστωτικής γραμμής, ταυτόχρονα είναι ξεκάθαρο πως η ενισχυμένη εποπτεία μαζί με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, αποτελούν τα δύο «προαπαιτούμενα» που θέτουν οι επενδυτές για να δουν την Ελλάδα ως μία περισσότερο «ασφαλή» επένδυση. Η συμμετοχή του ΔΝΤ ουσιαστικά διαβεβαιώνει τους επενδυτές ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο. Σύμφωνα με οικονομολόγους και αναλυτές που μίλησαν στην «Καθημερινή», εάν το Ταμείο αποχωρήσει από την Ελλάδα, αυτό θα στείλει ένα αρνητικό μήνυμα σε μία στιγμή που η χώρα αναζητάει την ομαλή και πλήρη επιστροφή της στις αγορές για χρηματοδότηση. Εστω και αν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας από τον Αύγουστο έως το 2022 είναι διαχειρίσιμες και θα χρειαστεί να αντλεί από τις αγορές ένα σχετικά μικρό ποσό περίπου 3 δισ. ετησίως, η επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης αποτελεί το κλειδί ώστε να αποφευχθούν νέα σοκ που θα στείλουν το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε «απαγορευμένα» επίπεδα.

Αν και ο ρόλος του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα δεν είναι το ίδιο σημαντικός όσο στο πρόσφατο παρελθόν, η παρουσία του ωστόσο αποτελεί ένα σημαντικό σήμα για τις αγορές, σημειώνει στην «Καθημερινή» ο Φρανσουά Καμπό, οικονομολόγος της Barclays.

Οπως επισημαίνει, από τον Φεβρουάριο ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ είναι λιγότερο σημαντική για πολλούς λόγους, ιδίως όσον αφορά την ενδεχόμενη οικονομική του βοήθεια. Η γνώμη και η εμπλοκή του, ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και το ελληνικό πρόγραμμα παραμένουν σημαντικές. «Ετσι, αν και η οικονομική του συμμετοχή δεν προσθέτει πολλά (εφόσον η Ελλάδα δεν τη χρειάζεται), η τεχνική του βοήθεια και η συμμετοχή του στις συνομιλίες παραμένουν ένα σημαντικό και ηχηρό μήνυμα για τις αγορές. Εάν, λοιπόν, το ΔΝΤ αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα, τότε αυτό θα ήταν κακό σημάδι για τους επενδυτές». Οπως προσθέτει ο κ. Καμπό, αυτό που θα ήταν λογικό είναι η ελληνική κυβέρνηση να επιμείνει στη συμμετοχή του Ταμείου, αφού και αυτό είναι υπέρ της μεγαλύτερης ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους από αυτήν που είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Ανάλογες είναι και οι απόψεις του Αθανασίου Βαμβακίδη, επικεφαλής επενδύσεων στις αγορές συναλλάγματος του G10 της Bank of America Merrill Lynch. Σχολιάζοντας στην «Καθημερινή» το κλίμα που επικρατεί αυτή τη στιγμή στις αγορές, τονίζει ότι εάν το ΔΝΤ συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα μετά μια συμφωνία για το χρέος, αυτό θα στείλει ένα θετικό μήνυμα στις αγορές ότι το χρέος είναι πράγματι βιώσιμο. «Αν το ΔΝΤ αρνηθεί να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα μετά μία συμφωνία για το χρέος, επιμένοντας ότι το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να μην είναι βιώσιμο, αυτό θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα και θα κρατήσει το ρίσκο γύρω από την Ελλάδα σε πολύ υψηλά επίπεδα».

Σε ό,τι αφορά το καθεστώς στο οποίο θα βρεθεί η Ελλάδα μετά το τέλος του προγράμματος, σε λιγότερο από τρεις μήνες, ο κ. Βαμβακίδης σημειώνει ότι η καθαρή έξοδος μετά τον Αύγουστο θα είναι καλά νέα για τις αγορές βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα θα εξαρτηθεί από το αν η ελληνική κυβέρνηση θα επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους και θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις. «Οποιαδήποτε ανατροπή στην περίοδο μετά το πρόγραμμα θα είναι αρνητική για τις αγορές», όπως προειδοποιεί. «Στο πλαίσιο αυτό, θα βοηθήσει ένα αυστηρό πλαίσιο παρακολούθησης μετά το πρόγραμμα, αλλά στο τέλος της ημέρας η Ελλάδα χρειάζεται να έχει την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων προκειμένου να ανακάμψει».

Την ίδια άποψη έχουν και οι εγχώριοι αναλυτές, επισημαίνοντας πως μία συμφωνία για το χρέος θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη που αναζητούν τόσο το ελληνικό χρηματιστήριο όσο και η αγορά ομολόγων. Οπως σημειώνει ο κ. Νίκος Καφκάς, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Merit, πιθανή αποχώρηση του ΔΝΤ δεν είναι ένα καλό σημάδι για τις αγορές. Το πιο σημαντικό για την ελληνική αγορά, σύμφωνα με τον Ηλία Ζαχαράκη, επικεφαλής της Fast Finance, είναι αν θα συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Οι επενδυτές αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια, ενώ ξέρουν πως αν συμμετάσχει, το θέμα του χρέους θα προχωρήσει.

Η δέσμευση για την ελάφρυνση χρέους αργεί

Πιο σημαντική από τη συμμετοχή του ΔΝΤ θα ήταν μία σαφής και απόλυτη δέσμευση ότι θα υπάρξει ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, κάτι που προς το παρόν απουσιάζει, τονίζει στην «Καθημερινή» ο Ολιβερ Αντλερ, επικεφαλής οικονομολόγος της Credit Suisse. «Αυτό θα μείωνε τον κίνδυνο νέων εμποδίων στην αγορά. Αλλά η αίσθησή μου είναι ότι μια τέτοια δέσμευση θα καθυστερήσει περαιτέρω.

Ενας από τους λόγους είναι η νέα πολιτική αβεβαιότητα όσον αφορά την Ιταλία και οι συνακόλουθες πιέσεις που ασκούνται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Να σημειωθεί ότι τα δύο κόμματα που συγκροτούν την κυβέρνηση στην Ιταλία ζητούσαν μέχρι πρόσφατα την επίσημη διαγραφή χρέους από την ΕΚΤ. Συνεπώς, φαίνεται μάλλον απίθανο ότι η Ευρώπη θα δεσμευθεί ουσιαστικά στην ελάφρυνση του ελληνικού χρέους αυτή τη στιγμή». Αυτό που είναι πιο πιθανό να συμβεί σύμφωνα με τον κ. Αντλερ, είναι το ΔΝΤ και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να συμφωνήσουν σε κάποια συμβιβαστική διατύπωση σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους.

Αξίζει να σημειώσουμε πως σύμφωνα και με πρόσφατη έκθεση της Credit Suisse, η Γερμανία ενδέχεται να αντιταχθεί σε σημαντικά και άμεσα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Ετσι, το πιο πιθανό είναι να δοθεί στην Ελλάδα πολύ περιορισμένη και υπό όρους ελάφρυνση του χρέους, κάτι το οποίο θα συνεχίσει να αναβάλει την επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα.

Σύμφωνα και με τον Αθανάσιο Βαμβακίδη, παρά την πρόοδο σε ό,τι αφορά την τέταρτη αξιολόγηση, υπάρχει και μια γκρίζα ζώνη που μπορεί να επηρεάσει τις αγορές απέναντι στην Ελλάδα.
Η συμφωνία για το ελληνικό χρέος μπορεί να καθυστερήσει μέχρι τη λήξη του ελληνικού προγράμματος τον Αύγουστο και έτσι το ΔΝΤ μπορεί να αποφασίσει να μην ξεκινήσει δικό του πρόγραμμα απέναντι στην Ελλάδα, αποφεύγοντας έτσι να εκφράσει μια σαφή άποψη για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ