ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

«Με κατηγορούν συχνά ότι τα έργα μου είναι ευχάριστα. Μου αρέσει αυτό ξέρετε... Ο λόγος που ζωγραφίζω είναι να προξενώ ευχαρίστηση στον εαυτό μου και στους άλλους. Αρα δικαιωμένος νιώθω με την κριτική αυτή». Ο Αλέκος Φασιανός κάθεται σε μια γωνιά της γκαλερί «Ιριδα» στο Παγκράτι και παρακολουθεί το στήσιμο της έκθεσής του με τίτλο «μικρά, petit format, μικρά, petit format...» που άνοιξε την περασμένη Πέμπτη το βράδυ. Παρουσιάζει περίπου 20 δημιουργίες του, μικρών διαστάσεων, που εστιάζουν στην κλασική του θεματογραφία και αποπνέουν χαρά. Μόλις αφήνεις το στενό και περνάς το κατώφλι, κάτι μέσα σου φωτίζεται.

Το αστείο είναι ότι η τελευταία συνέντευξη που έκανα στον ζωγράφο ήταν μπροστά στο μεγαλύτερο έργο που έχει κάνει στην καριέρα του και βρίσκεται στο αίθριο ενός αθηναϊκού ξενοδοχείου. Απλώνεται σε έναν τοίχο με δεκάδες μέτρα ύψος. Τώρα, είμαστε στον λιλιπούτειο χώρο της γκαλερί, περιτριγυρισμένοι από μικρούς πίνακες.

Χαμογελάει όταν του το επισημαίνω: «Μου αρέσει το μικρό, διότι αυτό είναι που γεννά το μεγάλο. Κάθε καλλιτέχνης για να προετοιμαστεί για ένα έργο πάντα κάνει το ίδιο σε μικρότερο. Το μικρό μέγεθος έχει αυταξία, έχει οντότητα, είναι ωραίο», λέει.


Η έκθεση παρουσιάζει 20 έργα μικρού μεγέθους του Φασιανού.

Ενα από τα πιο αισιόδοξα στοιχεία στην έκθεση είναι πως το αφιέρωμα το επιμελείται η θυγατέρα του Βικτώρια. Με γερές σπουδές στο εξωτερικό σε οικονομικά, ναυτιλιακά και ιστορία τέχνης, η 25χρονη αποφάσισε να επιλέξει εν τέλει το αντικείμενο στο οποίο ταυτίστηκε η οικογένεια, καθώς και η μαμά της, Μαρίζα, που είναι εκείνη που άνοιξε την αίθουσα τέχνης στην Αντήνορος. Ρωτώ τον πατέρα της αν προσπάθησε ποτέ να την καθοδηγήσει ή να την επηρεάσει. «Ααα, ποτέ δεν τη συμβούλευσα. Μόνος σου μαθαίνεις την αλήθεια. Και να σου πει κάποιος άλλος, δεν πιάνει. Ολα στο σκοτάδι ξεκινάνε και εσύ μονάχος σου βρίσκεις τον δρόμο. Αλίμονο πάντως στον γονιό που θέλει να βάλει στην ψυχή του παιδιού του ό,τι ακριβώς έχει μέσα στη δική του».


«Το μικρό έργο γεννά το μεγαλύτερο», λέει ο καλλιτέχνης.

Η Βικτώρια από τη δική της μεριά συμφωνεί πως είχε πάντα την ελευθερία να επιλέξει ό,τι θέλει: «Σε αντίθεση με τον αδελφό μου που έχει κάτι καλλιτεχνικό και έχει γίνει αρχιτέκτων, εγώ δεν είχα αυτήν την κλίση, δεν έπιανε καθόλου το χέρι μου. Ομως, το θέμα πάντα με ενδιέφερε και να που τώρα καταπιάνομαι μαζί του και επαγγελματικά». Υπάρχει μια τρυφερότητα στην ατμόσφαιρα με τον περήφανο μπαμπά να παρακολουθεί από μακριά, τη μαμά να έχει περισσότερη αγωνία για το στήσιμο και τη μικρή να γυρίζει σαν εργατική μέλισσα στον χώρο.

Ο Φασιανός ξαναφέρνει τη συζήτηση στο σημείο της εκκίνησης: «Σήμερα που όλος ο κόσμος είναι μέσα στην κατήφεια, είναι σημαντικό να βλέπει κανείς κάτι πρόσχαρο, κάτι όμορφο. Ετσι έχω την αίσθηση πως κάτι προσφέρω και εγώ». Αλήθεια είναι! Πριν από μερικά χρόνια ένας νταλικιέρης σταμάτησε το βαρύ όχημα μόλις είδε στον δρόμο τον καλλιτέχνη και φώναξε από το παράθυρο: «Φασιανέ μου σε θαυμάζω!».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ