ΕΛΛΑΔΑ

Ανήλικοι επαίτες αναζητούν προστασία

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Ακόμα και όταν τα παιδιά που επαιτούν συλληφθούν, περνούν αυτόφωρο μαζί με τους κηδεμόνες τους, πληρώνουν περίπου 100 ευρώ και την επόμενη μέρα είναι πάλι στο πόστο τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τις σκέψεις του οδηγού όσο περιμένει στο φανάρι διακόπτει μια λεπτή φωνή. Στο παράθυρο ξεπροβάλλει ένα παιδί με προτεταμένο χέρι. Ελαφρώς αιφνιδιασμένος, ο οδηγός άλλοτε του δίνει χρήματα, άλλοτε το ρωτάει πώς λέγεται ή το επιπλήττει που δεν είναι στο σχολείο. Η σκηνή, οικεία από τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, επαναλαμβάνεται εσχάτως στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το ερώτημα που πλανάται στο μυαλό όλων, άπαξ και το φανάρι «πρασινίσει» και εμείς έχουμε απομακρυνθεί, είναι ποια στάση οφείλουμε ως ενεργοί πολίτες να κρατήσουμε έναντι ενός ανήλικου επαίτη.

«Εδώ και πέντε χρόνια η παιδική επαιτεία έχει επανεμφανιστεί», σημειώνει ο κ. Αντώνης Αντωνίου, συντονιστής του Κέντρου Υποστήριξης Νέων της «Αρσις», που υλοποιεί για τα παιδιά του δρόμου το πρόγραμμα «mobile school». Οι κίνδυνοι για τα παιδιά που εκτίθενται στον δρόμο είναι περισσότεροι από τους προφανείς, καθώς συχνά η επαιτεία αποτελεί προθάλαμο για το μικροέγκλημα και την πορνεία. «Στις αρχές του 2000 είχε γίνει συστηματική παρέμβαση, ενόψει και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας», υπενθυμίζει. Μεταξύ άλλων, είχε τότε υπογραφεί διακρατική συμφωνία με την Αλβανία και είχαν εξαρθρωθεί ορισμένα κυκλώματα εκμετάλλευσης παιδιών. «Σήμερα είναι κυρίως οι βιολογικοί τους γονείς που τα ωθούν στην επαιτεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι συχνά υπάρχει πραγματικό βιοποριστικό πρόβλημα», προσθέτει η Ελένη, ακτιβίστρια που εργάζεται επί χρόνια στο πεδίο. «Πολλοί είναι Ρομά από τα Βαλκάνια που έρχονται να δουλέψουν στην Ελλάδα ή άλλη χώρα της Ε.Ε., με την πεποίθηση ότι οι απολαβές τους θα είναι καλύτερες». Οι συνθήκες της προηγούμενης ζωής τους είναι πολλές φορές τόσο κακές, «που, αν και τους τείνουμε χείρα βοηθείας, αρνούνται να βγουν από τον ρόλο του θύματος-επαίτη».

Επέμβαση αστυνομίας

Συχνά, οι διερχόμενοι ενημερώνουν την αστυνομία. «Εστω ότι οι αστυνομικοί πάνε στο υποδεδειγμένο σημείο, μπορεί να μη βρουν κανέναν γιατί έχουν ειδοποιηθεί να φύγουν», περιγράφει η ίδια, «άλλοτε βρίσκουν μεν τα παιδιά, αλλά, αν δεν τα εντοπίσουν τη στιγμή που επαιτούν, μπορούν εκείνα να ισχυριστούν ότι δεν το πράττουν».

Τότε, η διαδικασία σταματά. Ακόμα, όμως, και όταν συλληφθούν, καθώς ο αστικός κώδικας θεωρεί την επαιτεία πταίσμα, περνούν αυτόφωρο μαζί με τους κηδεμόνες τους, πληρώνουν περί τα 100 ευρώ και την επομένη πηγαίνουν πάλι στο πόστο τους. Για τα ασυνόδευτα παιδιά προβλέπεται η φιλοξενία τους, «ωστόσο, λόγω παντελούς έλλειψης ξενώνων και με χιλιάδες ασυνόδευτους αλλοδαπούς ανηλίκους σε αναμονή, τα παιδιά καταλήγουν στο Νοσοκομείο Παίδων». Τα νοσοκομεία, όμως, δεν είναι φυλασσόμενοι χώροι. «Υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας “αρπαγής” παιδιού μέσα από τον θάλαμο από αυτοαποκαλούμενους συγγενείς», θυμάται η ίδια.

«Η αστυνομία δεν έχει επιχειρησιακή επάρκεια ούτε κατάρτιση», παρατηρεί η Συνήγορος του Παιδιού Θεώνη Κουφονικολάκου, «απουσία χώρων προσωρινής φιλοξενίας, τα παιδιά μεταφέρονται σε νοσοκομεία ή δίδονται για προστατευτική φύλαξη με όρους που προσομοιάζουν σε κράτηση». Η ίδια δέχεται πολλά αιτήματα, «που διαχειριζόμαστε από κοινού με την εισαγγελία και τότε αναδεικνύεται η έλλειψη ενιαίου πρωτοκόλλου».

«Μόνον μια ενδυναμωμένη κοινωνία των πολιτών μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση τέτοιων φαινομένων», υποστηρίζει ο δρ Ηρακλής Μοσκώφ, ο εθνικός εισηγητής καταπολέμησης εμπορίας ανθρώπων, «η ανοχή της κοινωνίας θρέφει τέτοιες καταστάσεις». Εξ ου και δεν δίνουμε ποτέ χρήματα στα παιδιά – για να σπάσει ο φαύλος κύκλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ