ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Μύκονος

Στα «Παραμιλητά Δ΄», έναν μνημειώδη τόμο 912 σελίδων, ο Παναγιώτης Κουσαθανάς συγκέντρωσε μια σειρά από εξαιρετικά κείμενα περιηγητών, ανάμεσά τους ο Μ. Καραγάτσης.

Τον Ιούνιο του 1958 στο τεύχος με αριθμό 138 του περιοδικού της Ελένης Βλάχου (1912-1995) «Εικόνες», που αριθμούσε ήδη τρία χρόνια ζωής και άφησε εποχή η έκδοσή του, είδε το φως της δημοσιότητας ένα πολύ ενδιαφέρον για τη Μύκονο άρθρο του γνωστού συγγραφέα Μ. Καραγάτση (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Ροδόπουλου, 1908-1960).

Οι «Εικόνες» είχαν κάνει μεγάλους αγώνες εναντίον της ανέγερσης τριώροφης οικοδομής δίπλα στην Παραπορτιανή, αλλά και εναντίον της τοποθέτησης των κατάμαυρων, ξύλινων στύλων της ΔΕΗ, που είχαν φυτρώσει τότε ξαφνικά μέσα στη Χώρα, καταστρέφοντας τη λευκή αρμονία της.


Το άρθρο του Μ. Καραγάτση στο περιοδικό «Εικόνες», Ιούνιος 1958.

Το άρθρο του Καραγάτση ξεχειλίζει από αγάπη για το νησί από τον θαυμαστή και ορκισμένο οπαδό του, που το επισκέπτεται ανελλιπώς από το 1948, μετανιώνοντας μάλιστα για τα προηγούμενα χρόνια που αρνιόταν να περάσει τις διακοπές του στο από τότε «κοσμοπολίτικο» περιβάλλον του! Γραμμένο με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και την ικανοποίηση του εξερευνητή που ανακαλύπτει έναν παραδεισένιο τόπο, είναι λογοτεχνικά άρτιο –«γλαφυρό» άκουσα τότε, στην αρχή της εφηβείας μου, να το χαρακτηρίζουν οι εξ Αθηνών γραμματισμένοι παραθεριστές του νησιού–, αντάξιο εν πάση περιπτώσει ενός σπουδαίου εργάτη της πένας, που σφράγισε με το έργο του την ελληνική πεζογραφία του 20ού αιώνα.

Εννοείται ότι ο Καραγάτσης, ο λάτρης της ευζωίας και του έρωτα, αναφέρεται μόνο στην καλοκαιρινή Μύκονο εκείνης της παρθενικής για το νησί ώρας, τότε που η περδικούλα του φαίνεται ότι έβρισκε εδώ ό,τι ποθούσε, ενώ εξοβελίζει από την καρδιά του και στέλνει στον Καιάδα τη χειμωνιάτικη Μύκονο, που τον απωθούσε η ερημία της και τη θεωρούσε «απαισίως καταθλιπτική» κατά την εκφρασμένη άποψή του. Τι αδικία, αλλά και τι απώλεια αυτή η στάση για τον ίδιο και για τη συγγραφική δουλειά του, πιστεύω!

Στα γραπτά του Καραγάτση υπάρχουν αναφορές αγάπης για τη Μύκονο, ακόμα και σκηνές στην πλοκή των μυθιστορημάτων του εκτυλίσσονται στο νησί, τις εμπνεύστηκε από αυτό και τις κατέγραψε σε αυτό. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές του στη Μύκονο δούλευε πάνω σε κάποια βιβλία του, λ.χ. στο μυθιστόρημα «Η μεγάλη χίμαιρα» (1953) και στην «Ιστορία των Ελλήνων», της οποίας κυκλοφόρησε μόνο ένας τόμος, το 1952. Ο συγγραφέας διέμενε ακριβώς πάνω από το κύμα, σε ένα όμορφο αστικό, μάλλον καπεταναίικο σπίτι στο Κάστρο, από τα λίγα που τα σεβάστηκαν απολύτως και έχει μείνει αναλλοίωτο, ευτυχώς, πάντοτε όμορφο ως τα σήμερα…

Ο Καραγάτσης λάτρεψε το φως του ήλιου, το μελτέμι και τις φεγγαρόλουστες νύχτες στη Μύκονο και τους αφιέρωσε σελίδες αξιοσημείωτης λογοτεχνικής ευρηματικότητας και ποιητικής λεπταισθησίας. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε τώρα αν μπορούσε να δει ότι το μελτέμι αντικαταστάθηκε από τα κλιματιστικά και το φεγγάρι από τους προβολείς, σκοτώνοντας κάθε μαγεία μέσα στη βάναυσα κακοποιημένη Χώρα. Το μόνο που ακόμη μένει ανάλλαγο είναι το φως του ήλιου κι ο Τσυκνιάς της Τήνου απέναντι «σαν ένας σωρός μενεξέδες ριγμένος στη μέση της βαθυκύανης θάλασσας» κατά τη ρήση του ίδιου. Αλλά ως πότε θα αντέξουν κι αυτά την τόση χρήση και κατάχρηση;

Ιδού τώρα ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή αυτού του ξεχωριστού γραπτού του Καραγάτση για τη Μύκονο του 1958. Ο συγγραφέας, μεταρσιωμένος, περιγράφει την πρώτη συνάντησή του με το νησί και τον κεραυνοβόλο έρωτά του γι’ αυτό.


Το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά «Παραμιλητά Δ΄» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος στις 28/5. Τιμή: 40 ευρώ.

Το υπόλοιπο κείμενο, αλλά και πολλά άλλα, εξίσου ενδιαφέροντα, ταξιδιωτικά γραπτά για τη Μύκονο θα απολαύσει ο αναγνώστης στο βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά «Παραμιλητά Δ΄, Άγνωστες και γνωστές σελίδες περιηγητών για τη Μύκονο και τις Δήλες ανά τους αιώνες», έναν εικονογραφημένο, μνημειώδη τόμο 912 σελίδων, που κυκλοφορεί τη Δευτέρα 28/5 στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Ίνδικτος και τη Βιβλιοθήκη Π. Κ.  –  Δημοτική Στέγη Μελέτης Πολιτισμού & Παράδοσης με επιχορήγηση του Δήμου Μυκόνου:

«Από το καλοκαίρι του 1948 μπήκε στη ζωή μου ένα στοιχείο πολύτιμο, που μου χαρίζει σταθερά μια χαρά ανεκτίμητη: η Μύκονος.»Ίσαμε εκείνη την ημέρα είχα χαραμίσει 40 ακριβώς χρόνια της ζωής μου, χωρίς να γνωρίσω αυτό το νησί, το αξεπέραστο στα πάντα του. Γιατί; Απλούστατα: αμέλεια και προκατάληψη. Προκατάληψη ότι η Μύκονος είναι εστία πάσης μάταιας κοσμικότητας, δηλαδή μιας καταστάσεως που την εχθαίρω όπως ο “εξαποδώ” το λιβάνι· αμέλεια να επισκεφθώ, και για μια μέρα, το νησί της θρυλικής γοητείας, έστω και υφιστάμενος την αντιπαθή μου κοσμικήν ατμόσφαιρα.

»Στο τέλος, η Μαρία Καραντώνη –η γυναίκα του Αντρέα, η καλή μου φίλη, η συνειδητή Μυκονιάτισσα– μ’ έπεισε να κάνω το “σάλτο μορτάλε”. Μόλις είχα γυρίσει από τον Γράμμο, με την ψυχή σκοτεινιασμένη από την ατμόσφαιρα του αδελφοκτόνου πολέμου. Αντίκρισα τόσες φορές τον θάνατο, ώστε ένιωσα ακόμα βαθύτερα τη χαρά της οποιασδήποτε ζωής. Και για να χαρώ ακόμα πιο έντονα τη μόλις γλυτωμένη από τον χάρο ζωή μου, μπαρκάρησα σ’ ένα βαπόρι και τράβηξα για τη Μύκονο.

»Δεν είχα κρεβάτι, πέρασα τη νύχτα στο κατάστρωμα, μισοκοιμισμένος σε μια πολυθρόνα και ξύπνησα για καλά με τη χαραυγή –όρθρου βαθέος– λίγη ώρα μετά το σαλπάρισμα του βαποριού από την Τήνο. Πέρα, το μπουγάζι του Τσυκνιά είχε φωτίσει· μα η εναλλασσόμενη αναλαμπή του φάρου του Αρμενιστή ξακολουθούσε ν’ αντιμάχεται τα στερνά σκοτάδια, τα φευγάτα σιγανά προς το βασίλεμα, και περιπλεκόταν –άστρο περίλαμπρο, ασάλευτο κι ακατάστατο– με τα μύρια αστέρια τ’ ουρανού, τα κυκλικά και συμμετρικά μετακινούμενα από ανατολή σε δύση. Μονάχα ο Εωσφόρος –αστέρι δαιμονικό, ηγεμόνας του Κακού και της Νοημοσύνης– αναρχικός και αυτός σε κίνηση, σαν πλανήτης που είναι, αντιμαχόταν το φως του φάρου και της ερχόμενης ημέρας, κι ατένιζε τον κόσμο με το λευκό, το κρύο, το διαπεραστικό και μοχθηρό του μάτι.  Ήρθαν τα πρώτα χλωροτριανταφυλλιά αντιφεγγίσματα της χαραυγής, κι άρχιζαν να σκεπάζουν το φως των αστεριών με φωσφορισμούς πρασινωπούς, να καθαρίζουν το στερέωμα από τα βαρειά μελανοκύανα πέπλα της νύχτας. Ξεχώρισε πια η ύλη της θάλασσας από την ουσία τ’ ουρανού: απ’ ανάμεσά τους –τρίτο στοιχείο– ο αέρας πήρε αυτόνομο παλμικήν υπόσταση. Τα ολόγυρα νησιά τίναξαν πάνωθέ τους την ασάφεια του σκοταδιού κι αναδύθηκαν σταχτογάλανα μέσ’ στη νύχτα, για να υποδεχτούν την ερχόμενη μέρα. Πάνω από τα Γιούρα, ένα μολυβόμπλαβο σύννεφο μπλεκόταν με τα πυκνά απομεινάρια της νύχτας.

»Κι έξαφνα την είδα. Στο ριζό ενός κώνου αχνογάλανου –το ίδιο περίπου χρώμα με τη θάλασσα, που λες και δεν ήταν ύλη διαφορετική, μα ένα τεράστιο κύμα ασάλευτο, παγωμένο –και διάστιχτου από αναρίθμητες άσπρες βούλες, κάτι σαν πιτσυλάδες στεκούμενου αφρού, μια μικρή πολιτεία από άσπρο ασβέστη αναδυνόταν από την επιφάνεια της θάλασσας και σκαρφάλωνε στην ανηφοριά, σχηματίζοντας κώνο συμμετρικό. Άδικα το μάτι μου γύρευε κάποιο άλλο χρώμα ν’ ακουμπήσει ησυχασμένο, να ξεκουραστεί από την ασπράδα την απόλυτη. Ούτε το πράσινο φύλλο ενός δέντρου, ούτε το κόκκινο κεραμίδι στέγης γερτής, ούτε η θαμπάδα ενός τοίχου λουσμένου στις βροχές και στις ομίχλες. Μονάχα γραμμές κάθετες κι οριζόντιες κύβιζαν τον χαμηλό κώνο σ’ αμέτρητα κομμάτια, γεννώντας φωτοσκιάσεις απότομες, απόλυτες, χωρίς παιγνίδι τόνων, δίχως κλίμακα φωτός. Δεν ήταν πολιτεία αυτή – ήταν κάτι σαν ακλόνητη απόδειξη γεωμετρικού θεωρήματος, σαν δογματική σύλληψη μεταφυσικού στοχασμού, εφαρμοσμένη πάνω σ’ έναν ξερό βράχο, που αντλούσε χάρη κι ομορφιά από το ψέμα ενός μαγικού φωτός. Το φως! Το μεγάλο φως, με την ανατολή του ήλιου, ακτινοβολούσε ολόγυρα, ξαναγύριζε στον πομπό του τον ήλιο, κυμάτιζε πάνω από το λιακωτό των σπιτιών, τις πλαγιές των βράχων, τα ρίγη της αγουροξυπνημένης θάλασσας· και χανόταν προς το πέλαγο, προς το πλοίο που προχωρούσε αργά· προς εμένα, που σκυμμένος στα ρέλια ατένιζα, με μάτια εκστατικά, το όραμα αυτής της απίθανης ομορφιάς.
»Κάποιος συνεπιβάτης μου, έδειξε προς τα δεξιά:
»– Βλέπετε αυτό το κατάξερο νησί; Είναι η Δήλος.

»Καινούργιο φως αδυσώπητο πληγώνει τα μάτια μου. Δεν είναι νησί αυτό· είναι ο ίδιος ο ήλιος, μισοβουλιαγμένος στα νερά της θάλασσας. Πάνω στην ηλιακή του ύλη, η θνητή γυναίκα γέννησε τον Θεό του Ήλιου, που τον φύτεψε στα σπλάχνα της ο αχτινοβόλος σπόρος του Δία του Λαμπερού. Η καρδιά μου σπαρτάρισε, κι είπα μέσα μου: “Απόλλων! Φοίβε! Δείξου έλεος! Δείξου!”. Έμεινα ασάλευτος, προσμένοντας την απόκριση του Θεού. Άκουγα το αγιάζι το πρωινό να δονίζει ηχηρά τα σκοινιά των άλμπουρων, ωσάν τεράστια υπερκόσμια δάχτυλα να έκρουγαν τις χορδές λύρας ιωνικής. Και, ίσως ίσως, μέσα σ’ αυτή την ασαφή μελωδία, να κρυβόταν η θεϊκή απόκριση που πρόσμενα.

»Έτσι ερωτεύθηκα τη Μύκονο, πριν κιόλας πατήσω το πόδι μου στον βράχο της, τον ποτισμένο από τη μυστική ραδιενέργεια των εγκάτων της χθόνιας Κυβέλης.
»Βολεύτηκα σ’ ένα σπίτι του Κάστρου, πλάι στην Παραπορτιανή, θεμελιωμένο στη θάλασσα. Η κάμαρά μου ήταν ευρύχωρη, μ’ ένα μικρό κρεβάτι, ένα μεγάλο ξύλινο καναπέ, ένα το ίδιο μεγάλο τραπέζι, μια τεράστια ντουλάπα, ένα νιπτήρα και μια μικρή τουαλέτα. Έπιπλα παλαιϊκά, φερμένα από τη Βενετιά, τον καιρό που τα μυκονιάτικα καράβια αυλάκωναν τη Μεσόγειο. Το παράθυρο, ακριβώς πάνω από τη θάλασσα, έβλεπε προς τον δυσμικόν ορίζοντα, τον στολισμένο από την προοπτική κλίμακα της Δήλος, της Σύρας και των Γιούρων. Το πρωινό η θάλασσα, η σκαμμένη σε ψηλά και κινούμενα κύματα από το μελτέμι το παντοδύναμο, ήταν βαθυγάλανη κι έσπαζε στα θέμελα του σπιτιού με αφρούς έξαλλους και βοή υπόκωφη. Τ’ απομεσήμερο, καθώς ο ήλιος έγερνε στο βασίλεμα, έρριχνε αντίθετα τις ακτίνες του στ’ οργισμένο νερό, μεταλλάζοντάς το σε χοχλαστικό ποτάμι από χρυσάφι τυφλωτικά αναλυτό. Με το δείλι, η ανήσυχη θάλασσα μούνταινε, γινόταν λίμνη μελάνης μαυρειδερής, πλαισιωμένη από τις αχνά σταχτογάλανες σκιαγραφίες των ολόγυρα νησιών· και πάνωθέ της ο ουρανός, ντυμένος πορφύρες, ξεπροβόδιζε τη φλεγόμενη σφαίρα του ήλιου κι αργόλειωνε σε θαμπά χρυσάφια περιπεπλεγμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα. Τη νύχτα το μελτέμι περιτύλιγε με τις βίαιες, τις ακατάστατες ριπές του το μικρό σπίτι, το κλόνιζε συθέμελα· ενώ ο γδούπος του κύματος πού ’σπαζε σε ισόχρονα διαστήματα, κάτω από το παράθυρο, πρόσδινε μιαν ιδανικήν ανησυχία στον πεντάλαφρον ύπνο μου.


Ελληνίδα παραθερίστρια μπροστά από τον Άη Θύμιο. (Φωτογραφία του Φίλιππου Μπούκα)

»Ναι, έτσι ερωτεύθηκα τη Μύκονο, και τη μεγάλη κάμαρα του Κάστρου, τη δαρμένη από την τρικυμία και τον άνεμο. Την άλλη χρονιά –το ’49– πάλι εκεί ήμουν· και πάλι, για είκοσι μέρες, έφυγα από τη δυσάρεστη πραγματικότητα της ζωής, για να βουλιάξω σε μιαν ατμόσφαιρα απόλυτης ξεγνοιασιάς, άφατης ευδαιμονίας. Το 1950, το καλοκαίρι, ταξίδευα στην Αμερική. Επισκέφθηκα πολιτείες καταπληχτικές· διέσχισα βουνά πεντάμορφα, κάμπους απέραντους, δάση με δέντρα πανύψηλα, λίμνες τεράστιες, ποταμούς θάλασσες σωστές. Αδύνατο να ιστορήσω το τι πολλά και θαυμαστά είδαν τα μάτια μου! Θυμάμαι μονάχα πως ένα δειλινό, ακουμπισμένος στα ρέλια της Βασίλισσας του Δέλτα, ’φραινόμουν βλέποντας τον ήλιο να βασιλεύει πίσω από τον πράσινον ωκεανό του αδιαπέραστου δάσους, στολίζοντας τα σύννεφα με τις πορφύρες της πιο μεγαλόπρεπης δόξας. Πίσωθέ μου, σ’ έκταση προοπτική, ο Μισισιπής –ο Πατέρας των Νερών– μετάλλαζε σε σκοτωμένο αίμα τη θαμπάδα των νερών του. Χιλιάδες, μυριάδες τρυγόνια, ξυπνημένα απότομα από τον ερχομό του σπερνού, γέμισαν τα δέντρα των δυο όχτων με τη μονότονη κρυσταλλική μολπή τους. Και στον ορίζοντα της ανατολής, τον σκεπασμένο από τα πρώτα μαργαριταρένια πέπλα της ερχόμενης νύχτας, τ’ ολόγιομο φεγγάρι –δίσκος από ασήμι διάφανο– υψωνόταν στον ουρανό, σαν ένα πελώριο, σιωπηλό και φωτερό μυστήριο. Τέτοιαν ομορφιά τα μάτια μου δεν είχαν ματαϊδεί. Κι όμως η ψυχή μου συνεχόταν από θλίψη· κι όλο έλεγα μέσα μου: “Φέτο δεν έχει Μύκονο. Χαμένο καλοκαίρι το φετινό”…».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ