ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Τον σταματούν στον δρόμο για να του πουν «μας ανοίξατε έναν κόσμο». «Εχω εισπράξει πολλή αγάπη από το κοινό στην Ελλάδα και αισθάνομαι ότι έχω ένα χρέος απέναντί του», λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ορχήστρας Καμεράτα και μαέστρος Γιώργος Πέτρου. Μιας ελληνικής ορχήστρας, που τα τελευταία χρόνια έχει να επιδείξει διεθνείς διακρίσεις και μια διεθνή πορεία. Ο ίδιος ο διευθυντής της ήταν υποψήφιος φέτος για το βραβείο Grammy στην κατηγορία «Καλύτερη ηχογράφηση όπερας» για την ερμηνεία στον «Ottone» του Χέντελ με την ορχήστρα Il Pomo d’ Οro.

Κι όμως, εδώ και τρία χρόνια «η Καμεράτα βρίσκεται σε κατάσταση απροσδιοριστίας, δεν έχει διοικητικό συμβούλιο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εισπράξει ούτε καν αυτή την ελάχιστη κρατική επιχορήγηση που προβλέπεται», όπως επισημαίνει ο κ. Πέτρου. «Αναμφισβήτητα, υπάρχει ενδιαφέρον από την πλευρά του υπουργείου Πολιτισμού και έχει αρχίσει μια προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης, η οποία όμως προχωράει με πολύ αργούς ρυθμούς. Εχουν ξεκινήσει έναν διαχειριστικό έλεγχο, με σκοπό να προσδιοριστεί το όποιο χρέος του Οργανισμού. Δυστυχώς, ο έλεγχος αυτός προχωράει με ρυθμούς χελώνας, κάτι που είναι αδικαιολόγητο, δεδομένου του λιλιπούτειου μεγέθους του Οργανισμού που διαχειρίζεται την ορχήστρα. Πρέπει το ΥΠΠΟ, καθώς και το Μέγαρο Μουσικής, που είναι και ο χώρος γέννησης και δημιουργίας τής ορχήστρας, να αποφασίσουν αν θέλουν να υπάρχει η Καμεράτα ή όχι. Αν πιστεύουν ότι πρέπει να επιζήσει το σύνολο, τότε ας κάνουν κάτι δραστικό για να βρεθεί η φόρμουλα που θα εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά θα δώσει τη δυνατότητα στην Καμεράτα να συνεχίσει να λάμπει ως φάρος πολιτισμού διεθνώς».

Διεθνής αναγνώριση

Κι αν η κατάληξη του απνευστί μονολόγου του κ. Πέτρου μοιάζει συναισθηματικά φορτισμένη, ακολουθούν και τα στοιχεία για επιβεβαίωση: «Αυτά που έχει επιτύχει η ορχήστρα είναι κομβικής σημασίας και αποτελεί παράδειγμα καλλιτεχνικής λειτουργίας και καλλιτεχνικής συνείδησης, κάτι το οποίο αναγνωρίζει ο διεθνής Τύπος μέσα από σχετικά άρθρα και αφιερώματα. Ενα σύνολο χωρίς πόρους, στην ουσία έκανε και συνεχίζει να κάνει αυτό το ταξίδι στους σημαντικότερους χώρους πολιτισμού της Ευρώπης, αποσπώντας βραβεία και επαίνους. Σχεδόν κάθε δίσκος που κάνει η Καμεράτα διακρίνεται με diapason d’or ή Gramophone editor’s choice. Πολλοί καλλιτέχνες δεν τα έχουν πλησιάσει αυτά».

Το κινητό του Γιώργου Πέτρου δεν σταματάει να χτυπάει. Απαντά στα επείγοντα μόνο, αποσύρεται διακριτικά από το τραπέζι για να κάνει κάποιες συνεννοήσεις πριν αρχίσουν να έρχονται τα πρώτα πιάτα και, επιστρέφοντας, ξαναβρίσκει το νήμα εκεί όπου το άφησε, χωρίς κενά: «Με ενδιαφέρει να μην τελειώσει άδοξα η Καμεράτα και κυρίως μέσα στην καλύτερη και πιο δημιουργική της περίοδο. Χρειάζεται τόλμη και αποφασιστικότητα, και όχι μικροπολιτικά παιχνίδια και δειλίες ιθυνόντων. Ολοι οι καλλιτεχνικοί διευθυντές είμαστε περαστικοί. Το χρέος μας είναι να φροντίζουμε να παραδίδουμε κάτι στον επόμενο, και κυρίως στο κοινό, στο οποίο τελικά λογοδοτούμε. Η Καμεράτα είναι ένας θεσμός. Δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός, αλλά σημαίνει πολλά για τους χιλιάδες φίλους της που την πιστεύουν και την παρακολουθούν ανελλιπώς».

Αρχές Ιουνίου (8/6) η ορχήστρα θα εμφανιστεί στο διεθνές φεστιβάλ Χέντελ στη Halle (Γερμανία). Στις 17 Ιουνίου ανοίγει το Νostos Festival, στο ΚΠΙΣΝ. Στις 29 Ιουνίου εμφανίζεται στο Ηρώδειο με σολίστ τον Γιόζεφ Καλέγια (χωρίς τον Γιώργο Πέτρου), ενώ για τον διευθυντή της ο Ιούλιος είναι ο κρίσιμος μήνας. Στο Ηρώδειο και πάλι (8 και 9) θα παρουσιάσει, σε σκηνοθεσία, μετάφραση και μουσική διεύθυνση δική του, το μιούζικαλ Company του Στίβεν Σοντχάιμ: «Είναι σημαντική στιγμή και μεγάλο στοίχημα για εμένα η πρώτη ελληνική παρουσίαση ενός αριστουργηματικά έργου, που στην εποχή του θεωρήθηκε επαναστατικό», υπογραμμίζει.

«Από το μπαρόκ και τα όργανα εποχής, στο μιούζικαλ», σχολιάζω παρά ρωτώ, αφού δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει παρόμοιες επιλογές. Απαντά: «Ακούω Μπαχ, Μότσαρτ, Σοστακόβιτς, Τσαϊκόφσκι αλλά και Deep Purple, Ντέιβιντ Μπόουι, Μπιτλς, και ελληνική μουσική. Τα περισσότερα ελληνικά υπάρχουν μέσα στο κεφάλι μου, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, και Μάντζαρος και Καλομοίρης, σύγχρονοι τραγουδοποιοί που αγαπώ πολύ. Καλή μουσική είναι μία και δεν ορίζεται από το στυλ της, αλλά από την ποιότητά της. Εχουμε καλό και κακό ρεμπέτικο, καλές και κακές συμφωνίες, καλές και κακές όπερες. Οτι η καλή μουσική είναι η κλασική, η μουσική της ποιότητας, είναι στερεότυπο. Υπάρχουν και μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Μπετόβεν, που είναι άνισοι στην παραγωγή τους. Σε αντίθεση με τον Μότσαρτ ή τον Μπαχ που είναι δύσκολο να βρεις κάτι κακό δικό τους. Είναι πιο σταθεροί. Χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την αξία του Μπετόβεν που έχει γράψει αριστουργήματα».

– Ακούγεστε ανατρεπτικός...
– Η πρόθεσή μου δεν ήταν ποτέ να είμαι ανατρεπτικός. Αλλά να κάνω αυτό που νιώθω ότι πρέπει να κάνω κάθε στιγμή. Αν αυτό θεωρείται ανατροπή... Κάποιοι θεωρούν ανατροπή το μιούζικαλ. Βάζω Κολ Πόρτερ δίπλα στον Μπαχ. Συνομιλούν.

– Πώς;
– Ως αξίες είναι εφάμιλλα. Ως είδος διαφορετικά.

– Τι θεωρείτε πρόκληση;
– Την ίδια τη μουσική που δεν εξαντλείται ποτέ, τουλάχιστον όπως τη βλέπω εγώ. Είναι τόσο ευρύ το φάσμα που και δέκα ζωές να έχεις και πάλι δεν μπορείς να το καλύψεις.

Με την κρίση το κοινό σταμάτησε να είναι τολμηρό

– Τι απογείωσε την Καμεράτα;
– Η ποιότητά της και αυτό που προτείναμε ως σύνολο. Δεν φέραμε διάσημους σολίστες ή μαέστρους. Προτείναμε κάτι «δικό μας». Τα «Κάρμινα Μπουράνα» στο Ηρώδειο, ο «Βαφτιστικός» στο Μέγαρο. Μπορεί, τα όργανα εποχής. Ισως να σκέφτεται το κοινό ότι εμείς προτείνουμε διαρκώς και ξέρουν ότι όποια πρόταση θα είναι καλά υλοποιημένη με ειλικρίνεια και συνέπεια.

– Η ορχήστρα είναι «επιχείρηση»;
– Από την άποψη ότι παράγει έργο για να το πουλήσει, ναι είναι. Στον πολιτισμό υπάρχει πάντα το ερώτημα «ποιον αφορά αυτό που κάνω;». Δεν μπορεί να δίνεις συναυλία και να κόβεις 30 εισιτήρια, για παράδειγμα. Δεν μας έχει συμβεί, αλλά αν συνέβαινε θα το θεωρούσα προσωπική ήττα και θα με έβαζε σε σκέψεις. Δεν θα μπορούσα να προχωρήσω με τον ίδιο τρόπο. Κάποιο λάθος θα υπήρχε στις επιλογές.

– Υστερα από κάθε συναυλία κάνετε «απολογισμό»;
– Φυσικά. Παρακολουθώ τις πωλήσεις, καθημερινά, βλέπω πώς πηγαίνουν, αν χρειάζονται βοήθεια ενεργώ αναλόγως.

– Είστε και μάνατζερ δηλαδή;
– Πρέπει. Δεν μπορείς να βυθίζεσαι στις πρόβες και να μη σε αφορά τι ενδιαφέρον έχει ο κόσμος γι’ αυτό που ετοιμάζεις. Μιλάω πάντα για την έδρα μας. Γιατί αν πηγαίνω στη Γαλλία ή στη Γερμανία δεν μπορώ να το ελέγξω. Από τις συναυλίες μας και τα έσοδα πληρωνόμαστε όλοι. Προσωπικά δεν παίρνω αμοιβή από την Καμεράτα. Από καμία εμφάνιση της Καμεράτας στην Ελλάδα. Ζω με τα έσοδα από τη δική μου freelance καριέρα.

– Αγαπούν οι Ελληνες τη μουσική;
– Εάν το γεγονός ότι γεμίζει μια αίθουσα 1.400 θέσεων στην Εθνική Λυρική Σκηνή για να ακούσουν την Καμεράτα είναι απάντηση, τότε ναι.

– Το κοινό άλλαξε με την κρίση;
– Σταμάτησε να είναι τολμηρό ως προς τις επιλογές. Δηλαδή θα πάει εκεί όπου είναι βέβαιο ότι θα πιάσουν τόπο τα χρήματά του. Φάνηκε η κρίση σε αυτό. Σε επίπεδο δημιουργών μάλλον βοήθησε. Σκεφθήκαμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι μας κατέβει. Αν θέλουμε να συντηρήσουμε το κοινό, πρέπει να το αφουγκραστούμε. Με την κρίση, όμως, από την άλλη, περιορίστηκαν τα παιδιά στα ωδεία. Γιατί ήταν το «επιπλέον» που μπορούσε να περικοπεί, αν έπρεπε να διαλέξουν οι γονείς ανάμεσα στην ξένη γλώσσα και σε κάποιο μουσικό όργανο.

– Υπάρχουν μουσικά ταλέντα στην Ελλάδα;
– Πάρα πολλά. Και γενικώς έχει ταλέντα η χώρα. Oποια πέτρα κι αν σηκώσεις. Και υποδομές υπάρχουν: Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Νιάρχος, Στέγη Γραμμάτων, Μέγαρο Μουσικής, το Φεστιβάλ Αθηνών.

– Η πολιτική παρεμβαίνει στην τέχνη;
– Φυσικά. Είμαι εγώ υπουργός Πολιτισμού και διορίζω διευθυντή σε μια θεσμική θέση «τον φίλο μου το Λευτεράκη». Παρεμβαίνω ή όχι; Οι επιλογές αυτές είναι πάντοτε πολιτικές.

– Τι σας ανησυχεί περισσότερο σε αυτή τη χώρα;
– Οι πολιτικοί.

Η... μαγειρική

Ρωτώ τον Γιώργο Πέτρου αν θα «άφηνε τη διεύθυνση ορχήστρας για κάτι άλλο», υπολογίζοντας ότι θα μιλήσουμε για τη σχέση του με το πιάνο: «Το έχω αφήσει αρκετά μόνο του και νιώθω καλύτερα. Φαίνεται ότι δεν ήταν για μένα ο ιδανικός σύντροφος ζωής. Ως φίλος παραμένει ιδανικός», απαντά. «Οπότε; Τι θα κάνατε, επιμένω».

«Θα μπορούσα να γίνω σεφ! Μου αρέσει πολύ η μαγειρική!», λέει μισοαστεία μισοσοβαρά. Και αμέσως συμπληρώνει: «Θα στρεφόμουν μάλλον στη σκηνοθεσία».

Η επόμενη ερώτηση αφορά τη σχέση του με την Ελλάδα. Και η απάντηση είναι αδιαπραγμάτευτη: «Αγαπώ την Ελλάδα πολύ, συγκινούμαι, νιώθω ότι συμβαίνει κάτι εδώ που δεν συμβαίνει πουθενά αλλού. Είναι ο τόπος μου. Θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, αλλά ο τόπος μου είναι η Ελλάδα. Τόπος είναι η μουσική μας, οι ρυθμοί μας, οι μελωδίες που ακούμε, η θάλασσα, ο αέρας. Οι ήχοι μας είναι ο τόπος μας. Η Ελλάδα όπως έχει το δικό της φως έχει και τους δικούς της ήχους».

Η συνάντηση


«Από την άποψη ότι παράγει έργο για να το πουλήσει, η ορχήστρα είναι επιχείρηση», λέει ο Γιώργος Πέτρου.

Πήγαμε νωρίς το μεσημέρι στην Cookoovaya (πίσω από το Χίλτον, Χατζηγιάννη Μέξη 2Α), κι έτσι είχε ησυχία, άφθονο φως μιας και καθήσαμε κοντά στην τζαμαρία και πολύ νόστιμο φαγητό. Στην αρχή μοιραστήκαμε carpaccio βοδινό.

Ο Γιώργος Πέτρου συνέχισε με ταρτάρ βοδινό (ζήτησε και πατάτες τηγανητές) κι εγώ με σαλάτα από μαύρες φακές, με πέστροφα και σος εσπεριδοειδών. Μαζί με μία κόκα κόλα ο λογαριασμός ήταν 60,5 ευρώ.

Oι σταθμοί του

2004
Η πρώτη δισκογραφική δουλειά με την MDG.

2008
Βραβείο ECHO Klassik, στην κατηγορία «καλύτερη ηχογράφηση όπερας».

2011
Αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση της Καμεράτας-Ορχήστρας.

2012
Οι τηλεθεατές του καναλιού Mezzo ψηφίζουν την παράσταση «Αλέξανδρος» του Χέντελ ως την καλύτερη παραγωγή όπερας της χρονιάς. 

2014
Εμφάνιση στα BBC PROMS με την Καμεράτα, ως το πρώτο ελληνικό σύνολο που εμφανίστηκε στον θεσμό.

2016
Η γαλλική κυβέρνηση του απονέμει τον τίτλο του «Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών». Εμφάνιση στο Φεστιβάλ του Salzburg με την Καμεράτα.

2017
Υποψηφιότητα για βραβείο Grammy στην κατηγορία «καλύτερης ηχογράφησης όπερας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ