ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δυσβάστακτες οι επιβαρύνσεις στο φάρμακο

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΝΤΗ

Ο κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου, πρόεδρος του ΣΦΕΕ, πιστεύει στην απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε νέες φαρμακευτικές θεραπείες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον κώδωνα του κινδύνου, για περαιτέρω αύξηση του μηχανισμού αναγκαστικών επιστροφών (clawback) το 2018, κρούει σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ (Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος) Ολύμπιος Παπαδημητρίου, κάνοντας λόγο για «δυσβάστακτες επιβαρύνσεις» που θα μπορούσαν να δράσουν αποτρεπτικά όσον αφορά την προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα μας. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τον ίδιο, η υπέρβαση της δαπάνης επιβεβαιώνει ότι η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, όπως έχει καθοριστεί, είναι ανεπαρκής, ενώ προειδοποιεί ότι η υφιστάμενη τιμολογιακή πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε απόσυρση καταξιωμένων παλαιών φαρμάκων και σε ελλείψεις εισαγόμενων στα φαρμακεία. Βασική προτεραιότητα του νέου Δ.Σ. του ΣΦΕΕ είναι η απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες και η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εταιρειών που τις διαθέτουν.

– Ο ΣΦΕΕ υποστηρίζει ότι ο τρόπος τιμολόγησης των φαρμάκων είναι ανορθολογικός και ατελής ως προς τον στόχο εξοικονόμησης της δαπάνης. Τι βελτιωτικές κινήσεις μπορούν να γίνουν σε αυτόν τον τομέα; Η δαπάνη επαρκεί;
– Οι τιμές των φαρμάκων είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους και, μάλιστα, είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Από την εποχή της τιμολογιακής χαλαρότητας έχουμε περάσει πλέον στην περίοδο συνεχών ανακοστολογήσεων και μειώσεων τιμών, η οποία, όμως, δεν αποδίδει πια σημαντικά αποτελέσματα. Η ανακοστολόγηση άπαξ ετησίως είναι πλέον αρκετή. Αντίθετα, οι μειώσεις τιμών σε πολλά παλαιά και καταξιωμένα μη προστατευμένα φάρμακα (έχει λήξει η πατέντα τους) και στα γενόσημά τους καθιστούν έως και αδύνατη τη συνέχιση της κυκλοφορίας τους στην αγορά, με αποτέλεσμα την απόσυρση 240 φαρμάκων τα τελευταία δύο χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η τιμολογιακή πολιτική που φέρνει τις τιμές των πρωτοτύπων φαρμάκων στην Ελλάδα μέσα στις χαμηλότερες της Ευρώπης –και μάλιστα χωρίς δυνατότητα ανοδικών προσαρμογών, ακόμη και αν αυτές συμβαίνουν σε άλλες χώρες– δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους επάρκειας προϊόντων, λόγω επανεξαγωγής εισαγόμενων φαρμάκων, με αποτέλεσμα το συχνό φαινόμενο ελλείψεων στα φαρμακεία.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι η αύξηση της δαπάνης για τα φάρμακα οφείλεται στις τιμές τους, το κύριο πρόβλημα είναι η έλλειψη ελέγχου της συνταγογράφησης, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι στα χρόνια της κρίσης οι συνταγές αυξήθηκαν από 4,5 εκατ. σε 6,5 εκατ. τον μήνα και, φυσικά, το μέγεθος της δημόσιας δαπάνης.

Είναι προφανές ότι ο κλειστός δημόσιος φαρμακευτικός προϋπολογισμός δεν επαρκεί γιατί δεν έχει υπολογιστεί με μια τεκμηριωμένη μεθοδολογία, αλλά βάσει οικονομικών δεικτών που δεν σχετίζονται με το νοσολογικό φορτίο της χώρας. Να εξηγήσουμε για όσους δεν γνωρίζουν ότι οτιδήποτε ξοδεύει το κράτος για φάρμακα, πλέον του κλειστού δημόσιου φαρμακευτικού προϋπολογισμού, του το επιστρέφουν οι φαρμακευτικές εταιρείες. Ετσι προέκυψε το 1,2 δισ. που επέστρεψε η βιομηχανία το 2017. Αν δεν γινόταν αυτό, κάπου στον Σεπτέμβριο του 2017 το κράτος θα έπαυε να αποζημιώνει τα φάρμακα των ασφαλισμένων του, αφού θα είχε εξαντλήσει τον κλειστό προϋπολογισμό του και θα έπρεπε να τα πληρώνουν από την τσέπη τους.

– Mε δεδομένη την πρόθεση της πολιτείας να παρατείνει το μέτρο του rebate και του clawback, κατά πόσον η Ελλάδα θεωρείται ελκυστική χώρα για τη δραστηριοποίηση των πολυεθνικών εταιρειών και την ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας;
– Tα κεντρικά γραφεία των διεθνών φαρμακευτικών εταιρειών είναι πολύ επιφυλακτικά, γιατί τα «δείγματα γραφής» μέχρι τώρα είναι αρνητικά. Οι δυσβάστακτες επιβαρύνσεις, η τρομακτική έλλειψη προβλεψιμότητας και οι αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις, με αναδρομική μάλιστα ισχύ, μας οδηγούν να συζητάμε για το μέγεθος της αποεπένδυσης... Οι δυνατότητες μεσοπρόθεσμου έστω σχεδιασμού είναι μικρές, οι προβλέψεις ως επί το πλείστον λανθασμένες και το αποτέλεσμα πάντα χειρότερο του αναμενομένου, ακόμη και αν η πορεία των πωλήσεων είναι ανοδική. Μιλάμε για τον απόλυτο παραλογισμό. Το κράτος διαθέτει συνολικά (σε ΕΟΠΥΥ και νοσοκομεία) μόνο 2,5 δισ., μέσω κλειστού προϋπολογισμού, και την υπερβάλλουσα και ανεξέλεγκτη δαπάνη απλώς τη μεταφέρει στις επιχειρήσεις! Χωρίς κανένα όριο. Υπολογίστε ότι οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις, μέσω των υποχρεωτικών εκπτώσεων και επιστροφών, επέστρεψαν πέρυσι περίπου 1,2 δισ. και φέτος η ξέφρενη πορεία της φαρμακευτικής δαπάνης, με βάση τις ενδείξεις του πρώτου τριμήνου του 2018, μας οδηγεί με βεβαιότητα στο ότι αυτό το ποσό θα ξεπεραστεί. Πολλές εταιρείες δεν μπορούν να πληρώσουν αυτά τα ποσά. Κανένα μέτρο από τα πολυάριθμα που ελήφθησαν για τον έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης στα χρόνια της κρίσης δεν έχει αποδώσει, δεν υπάρχει κάποια κρατική πολιτική που, βάσει αποτελέσματος, μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη.

– Πώς θα πρέπει να κατανεμηθεί η αγορά φαρμάκου (on patent, off patent, γενόσημα) σε επίπεδο τιμών και ασφάλισης, προκειμένου να υπάρξει κάλυψη των αναγκών σε φαρμακευτική περίθαλψη αλλά και εξορθολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης;
– Χρειάζεται εδώ και τώρα, και με αφορμή την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, μια λογική αναδιαμόρφωση του συνολικού προϋπολογισμού του φαρμάκου, που θα εισάγει και την αρχή της συνυπευθυνότητας με την πολιτεία, όσον αφορά τον μηχανισμό αυτόματων επιστροφών (clawback), εφόσον αυτές προκύπτουν. Επίσης, θα πρέπει να επιβληθούν μέτρα ελέγχου της συνταγογράφησης, όπως υποχρεωτική εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και των μητρώων ασθενών, αύξηση της χρήσης των μη προστατευμένων προϊόντων (off patent και γενόσημα) και εισαγωγή του ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς. Η εισαγωγή της αξιολόγησης των τεχνολογιών της υγείας θα συμβάλει καθοριστικά στην ελεγχόμενη είσοδο και χρήση των νέων φαρμάκων, ώστε να έχουν τα μέγιστα οφέλη οι ασθενείς και το κράτος, με βιώσιμη τιμολογιακή πολιτική για τις εταιρείες. Τέλος, χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο τιμολόγησης και αποζημίωσης, που θα εξοικονομεί στο σύστημα σημαντικά κονδύλια, αφήνοντας χώρο στην καινοτομία, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη.

Υπόθεση Novartis

– Ο κλάδος έχει βρεθεί στο στόχαστρο των Αρχών λόγω της υπόθεσης Novartis και του κυκλώματος των αντικαρκινικών φαρμάκων. Ποια είναι η θέση σας γι’ αυτά τα φαινόμενα;
– Το μόνο που συνδέει αυτά τα δύο γεγονότα είναι η αδυναμία του θεσμικού πλαισίου και των ελεγκτικών μηχανισμών να αποτρέψουν τα φαινόμενα αυτά εν τη γενέσει τους. Κατά τα άλλα, είναι εντελώς διαφορετικά στην ουσία τους. Στην πρώτη περίπτωση, η κατηγορία αφορά πρακτικές εταιρειών, και ζητήσαμε εξαρχής να επιληφθεί άμεσα η Δικαιοσύνη προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση και να αποδοθούν ευθύνες αν και όπου υπάρχουν. Ο ΣΦΕΕ έχει πρωτοστατήσει εισάγοντας από το 2002 τον Κώδικα Δεοντολογίας, που συνεχώς επικαιροποιείται με βάση τις κατευθύνσεις του Ευρωπαϊκού μας Συνδέσμου (EFPIA), συμπεριλαμβάνοντας πολλές διαδικασίες και ελέγχους. Κορυφαία ρύθμισή του είναι η δημοσιοποίηση των σχέσεων των φαρμακευτικών εταιρειών με τους επαγγελματίες υγείας και τις επιστημονικές εταιρείες, η οποία θεσμοθετήθηκε με τον ν. 4316/2014. Εχουμε σημεία προς βελτίωση ακόμη, αλλά η πορεία της αυτορρύθμισης προχωράει.

Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για ένα εγκληματικό κύκλωμα, με το οποίο όχι μόνο δεν έχει σχέση ο κλάδος, αλλά πληρώνουμε και υποχρεωτικές εκπτώσεις και επιστροφές για τα φάρμακα που εκλάπησαν! Το φαινόμενο αυτό καταδεικνύει πόσο διάτρητο είναι το σύστημα διακίνησης των φαρμάκων και πως υπάρχουν ανορθόδοξες πρακτικές σε σημαντικούς εταίρους, που καθορίζουν την πορεία των φαρμάκων προς τον ασθενή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ