Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

Νίκος Τόσκας

Μωρά στη φωτιά

Σ​​τρατηγέ μου, τι γύρευες στα Εξάρχεια, εσύ, ένας παλαιοπασόκος; Τι γυρεύει ο Νίκος Τόσκας κάθε φορά που επιχειρεί να ψυχαναλύσει τον «Ρουβίκωνα»; Τι ήθελε να πει παρομοιάζοντας την οργάνωση των αναρχικών με μωρά που ακόμη μπουσουλάνε;

Το πιθανότερο είναι ότι ούτε ο ίδιος ήξερε τι μήνυμα ήθελε να στείλει. Ηθελε απλώς να γεμίσει με μια δήλωση το επιχειρησιακό κενό. Πρόκειται για κενό που οι συνάδελφοί του στην κυβέρνηση και οι «γηγενείς» του ΣΥΡΙΖΑ δεν δυσκολεύονται να πλαισιώσουν με ιδεολογικά επιχειρήματα. Το αυθεντικό συριζαϊκό σκεπτικό δικαιολογεί την κυβερνητική στάση έναντι του «Ρουβίκωνα» ως δημοκρατική ανοχή απέναντι σε ένα είδος διαμαρτυρίας που κρίνεται ανώδυνο. Ε, και τι κάνουν δηλαδή; Τρικάκια πετάνε. Μπογιές αμολάνε.

Για μια Πολιτεία που βασίζει την ισχύ της κυρίως στα σύμβολα –και μόνο εκτάκτως στη νόμιμη βία– η προσβολή αυτών των συμβόλων δεν χρειάζεται να είναι αιματηρή για να είναι δραστική. Το σφυρί του «ακτιβιστή» δεν χρειάζεται να στοχεύσει κάποιο κεφάλι. Επιτυγχάνει το πλήγμα του κατά της δημοκρατίας ακόμη κι όταν σπάει τζάμια. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον αντίκτυπο που είχαν οι εισβολές στις πρεσβείες και στο ΣτΕ.

Το δεύτερο σκέλος του συριζαϊκού σκεπτικού είναι ότι η παραβατικότητα αυτού του είδους δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αστυνομικά. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί αστυνομικά, για να μπορεί να αναζητηθεί κοινωνιολογικά η εκρίζωσή της. Φάνηκε προχθές στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης· φαίνεται κάθε φορά που οι εχθροί της δημοκρατίας –μαύροι, κόκκινοι ή μαυροκόκκινοι– έρχονται αντιμέτωποι με τον νόμο: Ξαφνικά αρχίζουν να εκλιπαρούν για τα ευεργετήματα της πολιτείας που ήθελαν να καταλύσουν. Ξαφνικά υποκύπτουν στο κύρος της.

Στην περίπτωση του «Ρουβίκωνα», οι αντιεξουσιαστές απολαμβάνουν μια συμβιωτική σχέση με την εξουσία. Οσο η παραβατικότητά τους μένει ακαταδίωκτη, εκείνοι δεν έχουν λόγο να διακινδυνεύσουν κλιμάκωση των μέσων τους. Εκπληρώνουν τον προπαγανδιστικό τους στόχο με το ελάχιστο ποινικό ρίσκο.

Λένε ότι το φαινόμενο είναι εύκολο να εκλείψει, αν υπάρξει πολιτική βούληση. Πόσες ημέρες θα χρειαστεί η επόμενη κυβέρνηση για να αποσύρει το αναρχικό ΚΕΠ από την πλατεία Εξαρχείων; Πόσες δυνάμεις θα χρειαστεί για να αναχαιτίσει το κύμα των βανδαλισμών; Αυτή η αισιοδοξία βασίζεται στην εκτίμηση πως οι αντιεξουσιαστές δεν θα «αναβαθμίσουν» τις μεθόδους τους, μόλις λήξει το άγραφο συμβόλαιό τους· βασίζεται στην προσδοκία ότι το μωρό δεν θα κατεβάσει ξαφνικά κυνόδοντες.

Φίλιπ Ροθ
Το Νιούαρκ παντού

Σ​​ε ένα αχανές, κατασκότεινο σπίτι, ο μεγάλος λογοτέχνης ανάβει ένα αχνό φως. Φωτίζει μια γωνία της ανθρώπινης κατάστασης, που υπήρχε πάντα εκεί και περίμενε λίγο – πολύ αχαρτογράφητη. Ο Φίλιπ Ροθ έριξε το δικό του φως σε δύο γωνίες: Τον ανδρισμό – αυτό που στη σημερινή γλώσσα ακούγεται πιο καθωσπρέπει αν το λέμε «ανδρική ταυτότητα»· και την αμερικανοσύνη – αυτό το πλέγμα των εντάσεων της νεωτερικότητας, που πουθενά δεν είναι τόσο πυκνό όσο στην πολυπολιτισμική κοινωνία των ΗΠΑ.

Πέθανε σε μια στιγμή που και τα δύο του μεγάλα θέματα υποφέρουν από ιστορικό κλονισμό. Υποφέρουν από κρίσεις, που το έργο του φαίνεται να είχε συλλάβει προτού εκδηλωθούν.

Οι άνδρες του Ροθ δεν είναι τα γύψινα ομοιώματα που κατασκευάζει τώρα η ιδεολογία του φύλου. Δεν είναι αγέρωχοι φορείς πατριαρχικής εξουσίας. Είναι όντα μάλλον φαλλοπαθή, παρά φαλλοκρατικά – διάτρητα από ανασφάλειες και αντιφάσεις. Ο ίδιος πίστευε ότι δεν χαρίστηκε στο φύλο του. Ελεγε σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του – που έδωσε αφότου είχε ξεσπάσει η χιονοστιβάδα σκανδάλων σεξουαλικής παρενόχλησης: «Προσπάθησα να απεικονίσω αυτούς τους άνδρες χωρίς συμβιβασμούς, όπως είναι ο καθένας, όπως συμπεριφέρεται, ξαναμμένος, διεγερμένος, πεινασμένος, έρμαιο της σαρκικής παραφοράς και αντιμέτωπος με τις ψυχολογικές και ηθικές αμφιταλαντεύσεις που προκαλεί η επιθυμία».

Η Αμερική του Ροθ δεν είναι η υπερδύναμη, η προορισμένη να καθοδηγεί ηθικά την ανθρωπότητα. Δεν είναι καν η μεγάλη χώρα. Είναι ο μικρός τόπος. Η κοινότητα και οι άνθρωποί της: το Νιούαρκ. Ενα Νιούαρκ που περιέχει όλη την Αμερική.

Βλέποντας τον Τραμπ να αναρριχάται, όλοι γύρισαν στη «Συνωμοσία κατά της Αμερικής», το μυθιστόρημα που προέβλεπε την εκλογή ενός φιλοναζί λαϊκιστή στον προεδρικό θώκο. Οχι, έλεγε ο Ροθ. Το μυθιστόρημά του δεν ήταν προφητικό γιατί εκείνος δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να κυβερνήσει τις ΗΠΑ κάποιος που είναι τόσο «ανθρωπίνως ενδεής».

Ο Ροθ ήταν εθνικός συγγραφέας με οξύτατη επίγνωση της «εθνικότητάς» του. Αλλά, γράφοντας για τον αμερικανοεβραϊκό του κόσμο, χτύπησε μια φλέβα πιο βαθιά από την προσωπική του ταυτότητα· πιο πλατιά από το ιστορικό πλαίσιο της δικής του εμπειρίας. Το Νιούαρκ ήταν, όπως το έλεγε ο ίδιος, το «αισθητηριακό κλειδί» για να διανοίξει όλον τον κόσμο.

Ολοι έχουν ένα Νιούαρκ. Εναν τόπο όπου –είτε τον δοξολογούν ψεκασμένοι είτε τον απεχθάνονται απηυδισμένοι– μένει αγκυρωμένη η ύπαρξή τους. Ολοι έχουν ένα σπίτι, απ’ όπου, ακόμη κι αν μεταναστεύσουν, δεν μπορούν να φύγουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ