ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

«Η συνεργασία Ούγγρων και ναζί δεν αντιμετωπίστηκε πραγματικά»

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Φέρεντς Τόροκ (αριστερά) μας μιλάει για την ταινία του, την οποία παρουσίασε και στο περασμένο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το «1945» είναι φτιαγμένο με λιτά μέσα, αλλά φέρει ένα ισχυρό μήνυμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η σπουδαιότερη ταινία της κινηματογραφικής εβδομάδας που ξεκινά την Πέμπτη, είναι πιθανότατα το «1945» του Ούγγρου Φέρεντς Τόροκ. Οχι τόσο επειδή το ιστορικό του δράμα πλουτίζεται από εντυπωσιακές μάχες ή επιβλητικά σκηνικά, αλλά λόγω του ότι καταφέρνει, λιτά και περιεκτικά, να σχολιάσει μια σκοτεινή και «αντιδημοφιλή» πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Καλοκαίρι του 1945. Την ημέρα που ένα ολόκληρο χωριό της Ουγγαρίας προετοιμάζεται για τον γάμο του γιου του τοπικού ιερέα, δύο Εβραίοι καταφθάνουν στον σιδηροδρομικό σταθμό προκαλώντας αναστάτωση. Αρκετοί από τους κατοίκους φοβούνται πως θα διεκδικήσουν τις περιουσίες που εκείνοι οικειοποιήθηκαν, μετά τον ξεριζωμό τους από τους ναζί. Κάποιοι μάλιστα εξ αυτών φαίνεται πως βοήθησαν κιόλας σε αυτόν τον ξεριζωμό... Ολα αυτά, σε συνδυασμό με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, φέρνουν βέβαια στον νου την αριστουργηματική «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε. Εκεί, με χαρακτηριστική εκφραστική λιτότητα, περιγράφονται οι ρίζες του κακού που αργότερα γέννησε τη ναζιστική θηριωδία. «Η “Λευκή κορδέλα” είναι ένα πολύ σημαντικό φιλμ και η ασπρόμαυρη τεχνική της ήταν καλό παράδειγμα για εμένα», μας λέει ο ίδιος ο Φέρεντς Τόροκ, προσθέτοντας πως πηγή έμπνευσης για το «1945» αποτέλεσαν ακόμα η «Ida» του Πάβελ Παβλικόφσκι, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ντε Σίκα, Ροσελίνι, Βισκόντι), ο Μπέργκμαν και το αρχαίο δράμα.

Τα παραπάνω βέβαια εντάσσονται σε μια αύρα αυτοκριτικής που διαπνέει ολόκληρη την ταινία: «Χρειαζόμαστε την αυτοκριτική επειδή ανάμεσα σε δύο δικτατορίες (τη φασιστική και την κομμουνιστική) οι ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν ανεκτικές με τις ακραίες και επικίνδυνες φωνές. Το γεγονός της συνεργασίας με τους ναζί δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πραγματικά κι ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή αυτής της διαδικασίας, στην οποία, προφανώς δεν είναι όλοι πρόθυμοι να μπουν. Η ταινία είναι ένας καθρέφτης. Με έκπληξη διαπίστωσα σε προβολές στη δυτική Ευρώπη, πως οι θεατές είχαν και εκεί ζητήματα αυτοκριτικής, όμως ήταν πρόθυμοι να τα συζητήσουν. Η αποδοχή του φιλμ δείχνει πως αξίζει η προσπάθεια να καταλάβουμε και να δούμε τον εαυτό μας σε δύσκολες και επίπονες εποχές», λέει ο Ούγγρος σκηνοθέτης σχετικά.

Φυσικά, στη σημερινή εποχή η χώρα του, με την ακροδεξιά της κυβέρνηση, δεν αποτελεί ακριβώς πρότυπο στον αγώνα κατά του αντισημιτισμού...«Σήμερα η κατάσταση προφανώς δεν είναι η ίδια, όμως ο αντισημιτισμός εμφανίζεται ξανά ανάμεσα στους νέους ανθρώπους. Με τον κομμουνισμό δεν υπήρχε πρόβλημα, αλλά η άνοδος της άκρας δεξιάς, έκανε τα νεοφασιστικά κινήματα ισχυρότερα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αντικρίσουμε το θέμα, να το παρουσιάσουμε και να το διδάξουμε», αναφέρει ο Τόροκ, αποφεύγοντας πάντως να συσχετίσει τις συγκεκριμένες εξελίξεις με την πολιτική της χώρας στο σύγχρονο ζήτημα του προσφυγικού.

Αργά και τελετουργικά

Στην ταινία, οι δύο Εβραίοι, ένας ηλικιωμένος και ένας νεότερος, διασχίζουν αργά, σχεδόν τελετουργικά το χωριό, μεταφέροντας κάτι μυστηριώδη κασόνια που έχουν φέρει μαζί τους. Οι χρόνοι αλλά και η κλιμακούμενη ένταση φέρνουν στον νου γουέστερν, όπως «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», όμως εδώ δύσκολα θα βρει κανείς ήρωες. Οι περισσότεροι μοιάζουν ένοχοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. «Για εμένα υπάρχει ένας ήρωας, είναι ο γέρος Εβραίος. Οι πράξεις του δεν κινούνται από την εκδίκηση αλλά από τη θλίψη, τον πόνο και τη θύμηση. Η ενοχή από την άλλη είναι προσωπικό θέμα, καθένας έχει τις ευθύνες του, δεν πρόκειται για συλλογική ανηθικότητα. Υπάρχει, άλλωστε, η νεότερη γενιά, η οποία δεν είναι υπεύθυνη για τις αμαρτίες των προγόνων της. Κι αυτό δίνει ελπίδα. Ελπίδα ότι θα ξεκινήσουν από την αρχή, σωστά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ