ΒΙΒΛΙΟ

Γιώργος Ιωάννου, «Ο Μπάτης»

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Στο διήγημα «Ο Μπάτης», από την πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων του Γιώργου Ιωάννου «Για ένα φιλότιμο» (Θεσσαλονίκη 1964), ο αφηγητής βρίσκεται στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, για τη νυχτερινή ακολουθία της Αναστάσεως.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ε εκδήλωση αφιερωμένη στον Γιώργο Ιωάννου, που έγινε στην Εθνική Βιβλιοθήκη (28 Απριλίου 2018), διαβάστηκε ασχολίαστα το διήγημα «Ο Μπάτης», από την πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων του «Για ένα φιλότιμο» (Θεσσαλονίκη 1964). Το σχολιάζω τώρα εδώ, αφού πρώτα συνοψίσω τον μύθο του. Ο αφηγητής βρίσκεται στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, για τη νυχτερινή ακολουθία της Αναστάσεως. Κάθε χρόνo παρασύρει την παρέα του σε ένα συγκεκριμένο σημείο της αυλής, όπου σκύβει και χαϊδεύει το χορτάρι και, όταν τσουγκρίζει το αυγό του, ρίχνει εκεί τα τσόφλια. Στο ίδιο αυτό σημείο, τον καιρό της Κατοχής, είχαν βρει, αυτός και ο φίλος του ο Μπάτης, σκισμένες κάποιες άσεμνες φωτογραφίες και προσπάθησαν να τις συναρμολογήσουν. Ο Μπάτης θα καταφέρει τελικά να τις συνταιριάξει και, αφού τις δουν όσο χρειάζεται για να λάβουν το μάθημά τους, θα τις κλωτσήσει και θα σκορπίσει τα κομματάκια τους. Την άλλη μέρα οι δύο φίλοι μπαίνουν στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και κοιτάζουν το ψηφιδωτό της Ανάληψης του Χριστού στον τρούλο, που βρίσκεται εκεί επειδή κάποιος συνταίριαξε τις ψηφίδες του, κομματάκι κομματάκι. Λίγες μέρες αργότερα ο Μπάτης θα εξαφανιστεί: τον εκτέλεσαν προς παραδειγματισμό. Ο φίλος του αφηγητής θα τον δει για τελευταία φορά στον νεκροτομείο, κομματιασμένο.

Πριν δοκιμάσω ένα σύντομο σχόλιο στο διήγημα, ας προσθέσω ότι ο Μπάτης επανεμφανίζεται και στο πεζογράφημα «Ο Χριστός αρχηγός μας...» («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Κέδρος, 1984, σ. 128, 133). Συνδέεται και εκεί με τον έρωτα και τον θάνατο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ο Μπάτης λιμπίζεται την κόρη μιας φουρνάρισσας και καταγράφει εξαιτίας της υψηλές αυτοερωτικές επιδόσεις. Πιστεύει ότι η εξάντληση που νιώθει οφείλεται σε αυτό, ενώ στην πραγματικότητα τον τρώει η φυματίωση που θα τον στείλει πρόωρα στον θάνατο. Στο αφελές ερώτημα ποιος είναι ο πραγματικός Μπάτης και πού βρίσκεται η αλήθεια, η απάντηση είναι βεβαίως πως η αλήθεια βρίσκεται στη λογοτεχνία. Και οι δύο εκδοχές του είναι απολύτως αληθινές, η καθεμιά στο έργο όπου ανήκει.

Τα παράταιρα γεγονότα που αφηγείται στον «Μπάτη» ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έχουν όλα ένα κοινό γνώρισμα, που τα συνδέει και τα συναρμόζει αριστοτεχνικά. Το κοινό αυτό γνώρισμα είναι το κομμάτιασμα, τα κομμάτια και η συναρμολόγησή τους: τα τσόφλια του αυγού, οι σκισμένες φωτογραφίες, οι ψηφίδες του ψηφιδωτού, τα κομματιασμένα σώματα στο νεκροτομείο. Οι δύο συμμαθητές, ο αφηγητής και ο Μπάτης, πηγαίνουν μαζί στα συσσίτια των κατηχητικών. Κατηχητικά και εφηβεία, λόγος του Θεού και ανακάλυψη της σεξουαλικότητας: μια άνιση μάχη! Ο Μπάτης πιο προχωρημένος στα ερωτικά, συνταιριάζοντας τα κομμάτια των φωτογραφιών, αναγνωρίζει και ονοματίζει στάσεις και μέλη. Την ημέρα εκείνη θα αγνοήσει το κουδούνι για το συσσίτιο και θα μείνει νηστικός, προτιμάει να ικανοποιήσει την ερωτική πείνα του. Ο αφηγητής, πιο αδαής στα ερωτικά ή περισσότερο επηρεασμένος από τα κατηχητικά, βρίσκει βρώμικο αυτό τον κόσμο, ενώ ο Μπάτης τον βρίσκει ωραίο. Είναι ο κόσμος της αμαρτίας, γι’ αυτό θέλει να πιστεύει ότι εκείνος που έσκισε τις φωτογραφίες στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένας μετανοημένος αμαρτωλός. Και το δικό του μυαλό όμως είναι παρά ταύτα στις φωτογραφίες.

Την άλλη μέρα θα πάνε να τις ξαναβρούν, μα οι φωτογραφίες δεν είναι πια εκεί. Για να διασκεδάσουν την ατυχία τους, μπαίνουν στην εκκλησία, όπου θα ατενίσουν το ψηφιδωτό της Αναλήψεως, με τους δύο αγγέλους να κρατάνε τον Χριστό μέσα στη δοξαστική σφαίρα, που μοιάζει με αυγό. Τώρα δεν βλέπουν γυμνά σώματα και ερωτικά συμπλέγματα, τώρα βλέπουν αγγέλους. Τι φυσιολογικό, αθόρυβο πέρασμα από το ανίερο στο ιερό, από το γήινο στο ουράνιο! Και αντιστρόφως: «Κομματάκι κομματάκι είναι καμωμένο κι αυτό», λέει ο Μπάτης, προδίδοντας τον εαυτό του ότι, όση ώρα κοιτάζει το ιερό ψηφιδωτό, έχει το μυαλό του στις άσεμνες φωτογραφίες. Το ίδιο και ο αφηγητής, και ας μην τολμάει να το ομολογήσει. Λίγες μέρες μετά τη συναρμολόγηση των φωτογραφιών και την ατένιση της Αναλήψεως, ο αφηγητής θα δει για τελευταία φορά τον φίλο του στο νεκροτομείο. Τον δολοφόνησαν οι κατακτητές ή, το πιθανότερο, οι συνεργάτες τους. Μετά την ανακάλυψη του σαρκικού έρωτα, ο έφηβος αφηγητής θα κάνει τώρα τη γνωριμία του θανάτου. Η πρώτη ανακάλυψη γίνεται έμμεσα, μέσω φωτογραφιών, αναπαραστατικά, η δεύτερη είναι άμεση, ωμά πραγματική. Στο νεκροτομείο κείτονται «οι κομματιασμένοι άνθρωποι και οι αγγέλοι». Αλλοι άγγελοι αυτοί από εκείνους της Αναλήψεως. Γήινοι, σαρκικοί, θνητοί, κοντινοί, φίλοι, όπως ο Μπάτης. Τα κομματιασμένα μέλη εδώ δεν επανασυναρμολογούνται, μένουν κομμένα για πάντα, τελεσίδικα.

Ο αφηγητής ανακαλεί τούτα τα καθοριστικά κομμάτια της ζωής του στην εκκλησία, τη νύχτα της Αναστάσεως! Μάλλον δεν πιστεύει στο θριαμβικό μήνυμά της, διατηρεί ωστόσο ένα ορισμένο αίσθημα του ιερού. Γι’ αυτό σκύβει και προσκυνάει μυστικά το σημείο όπου συναρμολογούσαν με τον φίλο του τις άσεμνες φωτογραφίες, τελεί μια μικρή θυσία στη μνήμη του, ρίχνοντας εκεί τα τσόφλια του πασχαλινού αυγού και σκέφτεται «με κάποια χαρά» ότι, μόλις σκορπίσει ο κόσμος, μπορεί ο Μπάτης να ξαναγυρίσει και «να τα συναρμολογήσει κι αυτά», όπως τότε τις άσεμνες φωτογραφίες.

Παρέλειψα να πω, μέσα στη σχολιαστική φούρια μου, ότι «Ο Μπάτης» του Γιώργου Ιωάννου είναι αληθινό αριστούργημα!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ