ΜΟΥΣΙΚΗ

Αναβιώνοντας μια επτάψυχη οπερέτα

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Η Αθήνα δεν θέλει πάνω από τέσσερις ορχήστρες, τις υπόλοιπες τις χρειάζεται η Περιφέρεια. Αρκεί να υπάρχει πολιτιστική πολιτική», λέει ο Βύρων Φιδετζής, καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας Αθηνών Φιλαρμόνια, η οποία θα παρουσιάσει την «Περουζέ» (δεξιά) στο Ηρώδειο στις 16 και 17 Ιουνίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Θα το πω Θεσσαλονικιώτικα: η “Περουζέ” είναι ένα έργο ταμάμ για το Ηρώδειο. Μικρής διάρκειας με δύο πράξεις 45 λεπτών η κάθε μία, έχει θεατρικότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μουσική με πλήθος επιρροών: βιεννέζικη οπερέτα, ελληνικό δημοτικό τραγούδι, δώριο τρόπο της βυζαντινής μουσικής και φυσικά κάποια κλισέ με την υπογραφή ενός μεγάλου μουσικού ταλέντου με το χάρισμα της μελωδίας και της ικανότητας να τα αφομοιώνει όλα αυτά προσωπικά: του Θεόφραστου Σακελλαρίδη».

Ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής ενθουσιάζεται σαν μιλάει για την «αριστοτεχνική» όπερα σε λιμπρέτο του Γεωργίου Τσοκόπουλου που πρωτοπαίχθηκε το 1911 και συνέχισε να παρουσιάζεται σε πόλεις και πλατείες μέχρι το 1950 όταν την ανέβασε μία και μοναδική φορά η Λυρική Σκηνή. Ο ίδιος επιμελήθηκε το φθαρμένο χειρόγραφο της παρτιτούρας.

Η αναβίωση της «Περουζέ» στις 16 και 17 Ιουνίου στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή, συνδέεται με το έργο και τους σκοπούς της Ορχήστρας Αθηνών Φιλαρμόνια, που ιδρύθηκε πρόπερσι για να υπηρετήσει την έντεχνη ελληνική μουσική. Πολλά από τα έργα που παρουσιάζει η Φιλαρμόνια, λέει στην «Κ» ο καλλιτεχνικός της διευθυντής Βύρων Φιδετζής, έχουν ανακαλυφθεί και αποκατασταθεί από τη μουσικολογική έρευνα που υλοποιείται στα ελληνικά πανεπιστήμια. Πρόεδρός της είναι ο καθηγητής Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης της Νεοελληνικής Μουσικής, Νίκος Μαλλιάρας.

Οι ηχογραφήσεις έχουν σημασία για τον κ. Φιδετζή. Στη Θεσσαλονίκη όπου μεγάλωσε, άκουγε ό,τι μετέδιδε το ραδιόφωνο. Ο πατέρας του που έπαιζε στην ορχήστρα φλάουτο, του γνώρισε από παιδί τη μαγεία των δοκιμών. Μία από τις αναμνήσεις του έρχεται από τα χρόνια της Κατοχής, όταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας ανάγκαζε τους μουσικούς να μαζεύονται στα σπίτια τους και να παίζουν μουσική δωματίου. «Σε μια εποχή που υπήρχε κόσμος μορφωμένος από τον έξω ελληνισμό – Μικρασιάτες, Θρακιώτες, Σμυρνιοί κ.ά., οι οποίοι κουβαλούσαν τον κοσμοπολιτισμό που δεν είχε η Ελλάδα ως κράτος».

Ο πατέρας του γνώριζε, μεταξύ άλλων, τον Σακελλαρίδη «άλλωστε κι εκείνος ήταν Μακεδών». «Η Ελλάδα, τότε, είχε τέσσερα μελοδραματικά ταλέντα, τον Σπύρο Σαμάρα, τον Διονύσιο Λαυράγκα, τον Μανώλη Καλομοίρη και τον Σακελλαρίδη, ο οποίος έγραψε τέσσερις όπερες. Η στροφή στην οπερέτα δεν ήταν πάντα μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά είχε να κάνει και με τις τάσεις της εποχής. Αλλωστε, και ο Πουτσίνι έγραψε οπερέτα τη δεκαετία του 1910, ο Σαμάρας επίσης. Ομως, όλα υποχώρησαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή».

Η «Περουζέ» σώθηκε γιατί αγαπήθηκε από το κοινό. «Στις επαρχίες συνηθιζόταν τον 19ο αιώνα ο κόσμος να ακούει μουσική στις πλατείες από τις μπάντες. Ετσι, δημοφιλείς όπερες παρουσιάζονταν σε ποτ πουρί, “μωσαϊκό” όπως το έλεγαν τότε. Επαιρναν τις πιο αγαπητές μελωδίες, τις διασκεύαζαν και τις παρουσίαζαν στις πλατείες». Οι μουσικοί συνήθιζαν να σημειώνουν στις παρτιτούρες τους τόπους και τη χρονιά που παιζόταν το έργο. «Ο μαέστρος Τότης Καραλίβανος περιέσωσε μια παρτιτούρα της “Περουζέ” που έδωσε αργότερα στον Γιώργο Λεωτσάκο». Αλλοιωμένη καθώς ήταν από την υγρασία και τον χρόνο, ο καταξιωμένος μουσικολόγος - μουσικοκριτικός την έδωσε στο Μουσείο Μπενάκη όπου και έγινε ειδική επεξεργασία. «Βγήκε μικροφίλμ, από εκεί φωτοτυπία και πάνω σ’ αυτή σημείωσα τις νότες που δεν διακρίνονταν. Ο,τι βρήκα στις πάρτες των μουσικών». Αποκατεστημένο το έργο παρουσιάστηκε το 2001 σε εκτέλεση κοντσερτάντε με την ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης.

«Χάθηκαν θεατές»

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50, λέει ο κ.Φιδετζής, έπαιζαν τις όπερες στα ελληνικά. «Θυμάμαι από παιδί να τραγουδούν το “φτερό στον άνεμο γυναίκας μοιάζει” που δεν ήταν άλλο από το “La donna è mobile” από την όπερα “Ριγκολέτο” του Βέρντι. Επειτα μιμηθήκαμε την παγκόσμια τάση να παίζονται τα έργα στην πρωτότυπη γλώσσα. Ωστόσο, άλλο είναι το κοινό της όπερας στη Βιέννη κι άλλο στην Αθήνα και την ελληνική επαρχία. Ετσι χάθηκαν θεατές».

Η συζήτηση επιστρέφει στη Φιλαρμόνια. Ο μαέστρος πιστεύει πως «πρέπει να έχουμε τέσσερα-πέντε λυρικά θέατρα σε όλη τη χώρα και δέκα ορχήστρες. Να υπάρχει ένας οργανισμός λυρικού θεάτρου στα Επτάνησα όπου υπάρχουν πάνω από 30 επτανησιακές όπερες του 19ου αι. - αρχών 20ού αι., οι οποίες μπορούν να παιχθούν. Ως μέλος του Πανεπιστημιακού Συμβουλίου του Ιονίου Πανεπιστημίου πρότεινα να ενώσουν τα θέατρα (Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Κέρκυρα), να φτιάξουν έναν οργανισμό υπό την εποπτεία της Περιφέρειας και να αξιοποιηθεί τουριστικά. Η Αθήνα δεν θέλει πάνω από τέσσερις ορχήστρες, τις υπόλοιπες τις χρειάζεται η Περιφέρεια. Αρκεί να υπάρχει πολιτιστική πολιτική».

​​*Στην «Περουζέ» συμπράττουν η Χορωδία του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (Νίκος Μαλλιάρας) και η Χορωδία Θεσσαλονίκης (Μαίρη Κωνσταντινίδου). 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ