ΘΕΑΤΡΟ

Ανεβάζοντας στη σκηνή τον «Τριστάνο» του Τόμας Μαν

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η Βασιλική Σκευοφύλαξ και ο Κώστας Κορωναίος στον «Τριστάνο», σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ενταγμένη στα πρώιμα γραπτά του Τόμας Μαν, η νουβέλα «Τριστάνος» (1901, δημοσιεύθηκε το 1903), εκτός της λογοτεχνικής αξίας της, έχει ενδιαφέρον για την εξέλιξη της «συνειδητότητας» ενός ανθρώπου που παρατηρούσε κι έγραφε, και που αναγκαστικά βίωνε την αντίθεση μεταξύ της «πραγματικής» ζωής, όπως μπορεί να εννοηθεί από όσους παράγουν υλικό πλούτο, και της «καλλιτεχνικής» ζωής, όπως την εννοούν οι καλλιτέχνες, το έργο των οποίων (παρά το υλικό αποτύπωμα σε βιβλία, πίνακες, ταινίες κ.ο.κ.) αφορά την άυλη επενέργειά του στη σκέψη και στο συναίσθημα των παραληπτών του.

Στον «Τριστάνο» ο Τόμας Μαν τοποθετεί την ιστορία του σ’ ένα τεχνητό χώρο, που και αλλού (στο «Μαγικό Βουνό») θα του φανεί χρήσιμος: ένα σανατόριο. Η ασθένεια, το ανοιχτό ενδεχόμενο του θανάτου, ευνοεί την ενδοσκόπηση, την εξέταση του εαυτού στη γυμνότητα της ανθρώπινης συνθήκης πέρα από κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς προσδιορισμούς.

Ο Σπινέλ, συγγραφέας που πάσχει από νευροπάθεια, και ο Κλέτεργιαν, εύπορος έμπορος, ένας άνθρωπος της πράξης, αντιπαρατίθενται με αφορμή μία γοητευτική γυναίκα. Δεν πρόκειται για ερωτική διεκδίκηση με τρέχοντες όρους, αφού η Γκαμπριέλε είναι σύζυγος του εμπόρου, και φθισική. Αλλά η ομορφιά της και η θαμμένη καλλιτεχνική φύση της βάζουν φωτιά στο μυαλό του συγγραφέα. Αντιδρά στο γεγονός ότι αυτός ο «πληβείος καλοφαγάς» απέσπασε τη λεπταίσθητη γυναίκα από τον «ποιητικό» κήπο του πατέρα της για να την οδηγήσει στη «ζωή και στην ασχήμια». Το κορίτσι που έκλαιγε από συγκίνηση όταν άκουγε τον πατέρα της να παίζει βιολί, άφησε το πιάνο της, κι έγινε «σύζυγος, οικοδέσποινα, μητέρα». Ιδεαλιστής και ρομαντικός, ο Σπινέλ εκδικείται, γράφοντας στον σύζυγο ότι απ’ αυτή τη χυδαιότητα την απελευθέρωσε ο ίδιος, έστω την τελευταία ώρα της ζωής της.

Αλλά τίποτα στο έργο του Μαν δεν είναι σχηματικό: η ειρωνεία του διαρρηγνύει κάθε ισχυρή άποψη, ο αγώνας της σκέψης/τέχνης είναι γι’ αυτόν και παιχνίδι, γνωρίζει ότι κάθε αξία φέρει εγγενώς τη δύναμη που την ακυρώνει. Ο Κλέτεργιαν θα επιτεθεί στον συγγραφέα, προτάσσοντας αυτό που ο συγγραφέας έχει ήδη παραδεχθεί, την αδυναμία του να αδράξει τη ζωή, να αφήσει τις ιδέες για χάρη της βιωμένης εμπειρίας. Να, όμως που η Γκαμπριέλε πεθαίνει, αφού πρώτα παραδόθηκε στο μεγαλείο της μουσικής του Σοπέν και του Βάγκνερ. Η μούσα θα νικήσει τη σύζυγο και μητέρα.

Σ’ ένα αυτοβιογραφικό, βαθιά ειρωνικό, κείμενο του 1907 (περιλαμβάνεται, μαζί με τον «Τριστάνο», στον τόμο με πρώιμα διηγήματα και νουβέλες «Συγκεχυμένα ανέρχονται τα λησμονημένα», εκδ. Ινδικτος 2002), ο Μαν επαναφέρει το ζήτημα: «Εκείνοι που έχουν φυλλομετρήσει τα γραπτά μου θα θυμούνται πως τη μορφή ζωής του καλλιτέχνη, του ποιητή, την αντιμετώπιζα διαρκώς με άκρα δυσπιστία… Ενας ποιητής είναι εν ολίγοις ένας άχρηστος σε όλους τους τομείς των σοβαρών δραστηριοτήτων». Ο ίδιος, ως εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας, αναγνωρισμένος και αξιοσέβαστος ακόμη κι από τους απανταχού Κλέτεργιαν, δεν αποτελεί παρά την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Αφορμή γι’ αυτήν τη σύντομη αναφορά στον ιδιοφυή Τόμας Μαν ήταν η σκηνική διασκευή του «Τριστάνου» από τη Μαρία Μαγκανάρη, σκηνοθέτιδα που οδηγήθηκε στην τέχνη του θεάτρου μέσα από τη λογοτεχνία – τη συνάντηση των δύο αφηγηματικών «τρόπων» έχει κι άλλοτε επιχειρήσει με γνώση κι ευαισθησία. Τέσσερις πολύ καλοί ηθοποιοί, η Σύρμω Κεκέ, ο Κώστας Κορωναίος, η Βασιλική Σκευοφύλαξ και ο Γιώργος Κριθάρας, απέδωσαν με αδρές γραμμές τα βασικά πρόσωπα της νουβέλας. Ενα λευκό L (η κάθετη πλευρά του, στο βάθος της σκηνής, χρησιμοποιείται ως οθόνη για προβολές εικόνων που συνδιαμορφώνουν τον χώρο δράσης), τέσσερις πολυθρόνες μπαμπού κι ένα τραπέζι ήταν αρκετά για να μας μεταφέρον στο αλπικό σανατόριο (σκηνικό της Διδώς Γκόγκου, της Ελένης Κανακίδου και της Σόνια Σαμαρτζίδου). Τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου εξασφάλισαν με διακριτικές λεπτομέρειες ένα άρωμα εποχής.

Η σκηνοθέτρια, θέλοντας να αναδείξει την ειρωνική, την αμφίθυμη διάθεση του συγγραφέα προς το ένα και το άλλο «μοντέλο» ζωής, συμμετέχει στη σκηνική πράξη ως μία από τους «θαμώνες» του σανατορίου. Αποπειράθηκε μάλιστα να «παίξει», να σπάσει την ψευδαίσθηση με σχόλια, ενίοτε αυτοαναφορικά, για όσα συμβαίνουν επί σκηνής, επιλογή που δεν λειτούργησε και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Δύο ακόμη επιλογές δεν λειτούργησαν καλά: η σκηνή που η Γκαμπριέλε παίζει στο πιάνο, με αποκαλυπτικό τρόπο, απόσπασμα από το «Τριστάνος και Ιζόλδη» αποδόθηκε με τη σκηνή φωτισμένη κατακόκκινη, μουσική υπόκρουση από τη σκηνή 3, Πράξη 2η του μουσικού δράματος του Βάγκνερ και τη Σύρμω Κεκέ να κινεί έντονα τα χέρια και τον κορμό, καθισμένη ή και επάνω στη καρέκλα. Δεν είμαι σίγουρη ότι όποιος δεν έχει διαβάσει τη νουβέλα καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει τη στιγμή αυτή. Τέλος, ο τρόπος που ερμηνεύει ο Γιώργος Κριθάρας, σε διανοητική υπερδιέγερση και με έντονο βηματισμό, την «επιστολή» προς τον Κλέτεργιαν, ακυρώνει την παθητικότητα του ήρωα, όπως τον θέλει ο Μαν και αποκαλύπτεται στην επόμενη σκηνή, όταν ο έμπορος έρχεται να του ζητήσει τον λόγο. Ο συγγραφέας πολεμά με λέξεις, χαρτί και μολύβι, αποσυρμένος στις ωραίες ιδέες του και ηττημένος από τη ζωική ορμή που καταπίνει με απελπιστική ευκολία ανθρώπους σαν κι αυτόν.

Οπως στις περισσότερες διασκευές λογοτεχνικών κειμένων για τη σκηνή, χάθηκε κι εδώ η πολυπλοκότητα χαρακτήρων και ψυχικών καταστάσεων. Η σύγκρουση σχηματοποιείται και, ως εκ τούτου, ακυρώνεται η συνθετότητα ενός ζητήματος που απασχόλησε τον Μαν σ’ ολόκληρη τη ζωή του (και στα μεγάλα μυθιστορήματά του, «Το Μαγικό Βουνό», «Η Λότε στη Βαϊμάρη», «Δόκτωρ Φάουστους»). Οσοι γνωρίζουν το έργο του θα βρουν «λίγη» τη σκηνική μεταφορά του «Τριστάνου»· όσοι δεν το γνωρίζουν, θα φύγουν από το θέατρο μάλλον αδιάφοροι για την καλή προσπάθεια των δημιουργών της παράστασης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ