Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πότε τσεκάρατε για τελευταία φορά τα mails σας;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Θεωρητικά, η πρόσφατη εφαρμογή του νέου Γενικού Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (πολύ πιο γνωστού με τα αρχικά GDPR) θα μπορούσε να είναι η καλύτερη είδηση της χρονιάς. 

Οτιδήποτε μειώνει τον αριθμό των αδιάβαστων μηνυμάτων στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο μπορεί να ηχήσει στα αυτιά μας σαν η πιο γλυκιά μουσική του κόσμου. 

Θεωρητικά μόνο. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη εφαρμογής του GDPR (General Data Protection Regulation), δεν παρατηρώ ιδιαίτερη διαφορά στην ποσότητα των mails που πρέπει να τσεκάρω. Οι μεγάλες προσδοκίες ότι μετά τις 25 Μαΐου ο καταπιεστικός τους όγκος θα εξαφανιζόταν ως διά μαγείας διαψεύστηκαν πανηγυρικά. 

Δεν γνωρίζω τι ακριβώς πήγε στραβά. Έχοντας ανεχθεί επί σειρά ετών ανελέητο βομβαρδισμό με άχρηστα για μένα mails από κάθε είδους φανταστικούς «συνεργάτες» (εταιρείες επικοινωνίας, μπλογκ, εμπορικές επιχειρήσεις κ.ά.), είδα την εφαρμογή του GDPR ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να πάρω το αίμα μου πίσω. Κάθε φορά που έβλεπα καινούργιο mail με θέμα τον νέο κανονισμό, η πιο χαιρέκακη πλευρά του εαυτού μου εφορμούσε με τρομερό κέφι στο μήνυμα, έτοιμος να ζητήσω να εξαιρεθώ από την mailing list του παντελώς άγνωστου, αλλά εντυπωσιακά ενοχλητικού «συνεργάτη». 

Κι ενώ η σχετική οδηγία για την πιστή εφαρμογή του GDPR είναι ξεκάθαρη (απαιτείται καινούργια φόρμα που επιβεβαιώνει τη συναίνεση του παραλήπτη να συνεχίζει να αποδέχεται μηνύματα από τον εκάστοτε φορέα), διαπίστωσα ότι οι περισσότερες εταιρείες απέφευγαν την υποχρέωση, επιστρατεύοντας χαριτωμένους προλόγους που συνήθως σε οδηγούσαν να ζητήσεις να «απεγγραφείς» ο ίδιος από τη λίστα τους με απαντητικό μήνυμα. Να γίνεις δηλαδή ο αντιπαθητικός, ο παράξενος τύπος που θα μπει στον κόπο να αυτοεξαιρεθεί. Κανένα πρόβλημα, αλλά στο δέκατο μήνυμα «απεγγραφής» έχεις λίγο κουραστεί και πιάνεις τον εαυτό σου να αγνοεί όλα τα επόμενα mails με ένδειξη GDPR. Κάπου βαθιά μέσα σου πιστεύεις ότι, αν υπάρχει δικαιοσύνη, η στάση αυτή θα επιβραβευθεί. Αλλά μάλλον δεν συμβαίνει ακριβώς αυτό: εφόσον δεν απαντήσεις, όλα θα συνεχίσουν όπως πριν, λυπάμαι πολύ.

Κι αυτό, ίσως, είναι ένα μάθημα που πρέπει να κρατήσουμε από την ιστορία του GDPR. Αν θέλεις να σε αφήσουν πραγματικά ήσυχο, πρέπει να ασχοληθείς. Να γράψεις, να συμπληρώσεις τη φόρμα, να πεις «όχι, ευχαριστώ».

Κι αν αισθάνεστε ότι δραματοποιώ την ιστορία με τα mails, δεν είμαι μόνος. Έρευνες δείχνουν ότι ο μέσος επαγγελματίας ξοδεύει σχεδόν 4 ώρες (!) την ημέρα μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ηλεκτρονικής του αλληλογραφίας. Μια άλλη έρευνα του 2016 μας λέει ότι οι άνθρωποι στον δυτικό κόσμο αξιολογούν το «καθήκον» της διαχείρισης των mails τους ως μία από τις βασικές πηγές καθημερινού στρες, ιδιαίτερα όταν τα μηνύματα καταφθάνουν με τη μορφή ειδοποιήσεων στις κινητές συσκευές τους. 

Υπάρχει ένα είδος συναισθηματικού θρίλερ που παίζεται κάθε φορά που ένα ή περισσότερα mails στοιβάζονται στον φάκελο των Εισερχομένων. Θα είναι κάτι θετικό που θα μας φτιάξει τη μέρα; Ή μήπως την ώρα που αναβάλλουμε να τσεκάρουμε την ηλεκτρονική μας αλληλογραφία απλώς καθυστερούμε ένα αρνητικό σχόλιο από τον προϊστάμενό μας στη δουλειά;

Σε αυτό το θρίλερ η εφαρμογή του GDPR δεν φαίνεται να βάζει κάποιου είδους τέλος. Η ευθύνη επιστρέφει σε εμάς. Ευτυχώς, ίσως: σύμφωνα με νέα μελέτη, όσοι τσεκάρουν λιγότερο συχνά τα mails τους αναφέρουν μικρότερα επίπεδα στρες και καλύτερη απόδοση στη δουλειά. Απλώς ρίχνω μια ιδέα... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ