Ο Μαχάτμα Γκάντι δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1948 από τον φανατικό Ινδουιστή Ναθουράμ Γκόντσε, ο οποίος τον πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος, εκφράζοντας έτσι τη δυσφορία του για την ήπια στάση του «Μπάπου» απέναντι στους μουσουλμάνους της χώρας. «Τη θυμάμαι πολύ ζωντανά εκείνη τη μέρα», λέει σήμερα στο «Κ» ο εγγονός του Γκάντι, Αρούν, ετών 14 τότε, που φύλαξε στη μνήμη του τις τελευταίες εικόνες του παππού του μαζί με όλα όσα είχε μάθει από αυτόν. 

Αφορμή για την επικοινωνία μας με τον 84χρονο σήμερα Αρούν Γκάντι υπήρξε το βιβλίο του «Το δώρο του θυμού», που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις Διόπτρα, παραμένοντας μάλιστα για συνεχόμενες εβδομάδες στα ευπώλητα των μεγάλων βιβλιοπωλείων. Πρόκειται, όπως μαρτυρεί και ο υπότιτλος, για «μαθήματα ζωής για τον σύγχρονο κόσμο», όπως προκύπτουν από ιστορίες της ζωής και τη φιλοσοφία του Μαχάτμα Γκάντι - η φιλοσοφία του που, όπως μας λέει ο εγγονός του, «είναι διαχρονική επειδή βασίζεται στην αλήθεια, στην ειλικρίνεια, στην αγάπη και στην κατανόηση, δηλαδή στα θετικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης».

Ο Αρούν Γκάντι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νότια Αφρική, μια χώρα στην οποία ο παππούς του έζησε για 21 χρόνια. Οι δυο τους συναντήθηκαν πρώτη φορά όταν ο Αρούν ήταν πέντε χρονών (αλλά, όπως λέει, δεν έχει αναμνήσεις από εκείνη τους τη συνάντηση) και έπειτα ξανά όταν ο μικρός είχε κλείσει τα 12 και η οικογένειά του ταξίδεψε μέχρι την Ινδία για μια συνάντηση με τον διάσημο πρόγονό τους. Όταν έφτασαν στη χώρα, είχαν να διανύσουν ακόμα πολύ δρόμο μέχρι το χωριό Σεβαγκράμ, όπου ζούσε ο Γκάντι, στα βορειοανατολικά της Ινδίας, περνώντας έτσι «δεκάξι ώρες σε μια ασφυκτικά γεμάτη αμαξοστοιχία από το Μουμπάι, σε ένα βαγόνι τρίτης θέσης που βρομοκοπούσε τσιγάρο, ιδρώτα και καυσαέρια από την ατμομηχανή», γράφει ο Αρούν στην εισαγωγή του. Όταν επιτέλους κατέβηκαν, χρειάστηκε να περπατήσουν 15 χιλιόμετρα κάτω από τον ήλιο για να φτάσουν τελικά στον προορισμό τους, όπου, αντί για «ολάνθιστους κήπους», όπως ονειρευόταν ο Αρούν, συνάντησαν ένα μέρος «ξερό, γεμάτο σκόνη, και σπίτια από λάσπη». Αυτό ήταν το ησυχαστήριο του παππού του. Έπειτα από λίγες ημέρες, η οικογένειά του έφυγε, αλλά ο Αρούν έμεινε πίσω. Πέρασε δύο χρόνια ακολουθώντας παντού τον «Μπάπου», «καθώς μεταμορφωνόμουν από αφελές δωδεκάχρονο παιδί σε σοφότερο δεκατετράχρονο νεαρό». Αυτά τα δύο χρόνια, που ολοκληρώθηκαν βιαίως εξαιτίας της δολοφονίας του Γκάντι, ήταν το μεγάλο «σχολείο» της ζωής του Αρούν.

 


Ο Γκάντι έξω από το σπίτι του στο Μουμπάι, ανάμεσα στον Παντίτ Νεχρού και τον Σαρντάρ Πατέλ, τους δύο άνδρες που θα γίνονταν αργότερα οι επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης της χώρας μετά την ανεξαρτησία του 1947. © Bettman/Getty Images/Ideal Image

 

Μακριά από το όνειρο του Γκάντι 

«Οι άνθρωποι θα με ακολουθήσουν στη ζωή μου, θα με λατρέψουν στον θάνατό μου, μα δεν θα κάνουν τον σκοπό μου σκοπό τους», είχε πει ο Γκάντι λίγο πριν δολοφονηθεί.  Έχουν περάσει 70 χρόνια από τότε και η Ινδία έχει εξελιχθεί σε μια πολύ διαφορετική χώρα. «Βρίσκεται πολύ μακριά από το όνειρο του Γκάντι», μας λέει ο Αρούν. «Ο κόσμος εγκατέλειψε τη φιλοσοφία του, οι πλούσιοι έχουν γίνει πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, ενώ υπάρχουν και πολλοί διαβολικοί άνθρωποι, ικανοί για ειδεχθείς πράξεις, όπως ο βιασμός ενός βρέφους» - αναφέρεται στο ανατριχιαστικό περιστατικό που καταγράφηκε τον Ιανουάριο, αλλά και στην παράδοξη άνοδο του ποσοστού των παιδικών βιασμών κατά 82% από το 2015 στο 2016 (στοιχεία του National Crime Records Data). «Ευτυχώς υπάρχουν και καλοί άνθρωποι στην Ινδία, που έχουν αφιερώσει τους εαυτούς τους σε όσους έχουν ανάγκη, όπως θα ήθελε ο Γκάντι. Χάρη σε αυτούς, ο παππούς μου είναι στην ουσία ζωντανός». 

Έχει περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να πετύχει ακριβώς αυτό, να κρατήσει ζωντανές τις ιδέες του παππού του, ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο (θα έρθει στην Ελλάδα το 2019) και κηρύσσοντας το δόγμα της μη βίας. Καθότι μόνιμος κάτοικος των ΗΠΑ, τον ρωτήσαμε τι θα συμβούλευε τον Ντόναλντ Τραμπ αν τον συναντούσε. «Ο πρόεδρος Τραμπ δεν είναι κάποιος που ακούει συμβουλές. Περιβάλλεται από ανθρώπους που λένε μόνο “ναι”. Η συμβουλή μου, πάντως, αν τον συναντούσα, θα ήταν να παραιτηθεί. Η πραγματικότητα βέβαια είναι ότι στη σημερινή πολιτική επικρατεί το κακό και η διαφθορά και όποιος και αν αντικαθιστούσε τον κ. Τραμπ θα ήταν ίσως οριακά καλύτερος. Γενικώς οι ηγέτες της γης, αν και είναι δύσκολο να τους χαρακτηρίσεις “ηγέτες”, χρειάζεται να μάθουν να ελέγχουν τον θυμό τους περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Και οι περισσότεροι από αυτούς πρέπει να μάθουν τι εστί ηθική». 

Στο βιβλίο αναφέρεται στις μεγάλες τραγωδίες της εποχής μας και καταλήγει στον πόλεμο της Συρίας. «Η φρίκη μπορεί να μας φαίνεται μακρινή, αλλά πολλοί από τους ανθρώπους που έχουν χάσει τα πάντα είναι άνθρωποι όπως εσείς κι εγώ: θέλουν να ασχοληθούν με τη δουλειά τους, να θρέψουν τις οικογένειές τους, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με ασφάλεια, να υποστηρίξουν την κοινότητά τους, να ζήσουν ειρηνικά», γράφει στο βιβλίο του και καταλήγει ότι όλα ξεκινούν επειδή οι άνθρωποι έχουμε μάθει να εστιάζουμε στις διαφορές και όχι στις ομοιότητές μας. Γιατί το κάνουμε αυτό; τον ρωτήσαμε. «Γιατί στον κόσμο επικρατεί ο υλισμός και, για να προστατεύουμε τα υπάρχοντά μας, έχουμε δημιουργήσει μια κουλτούρα βίας», λέει ο κ. Γκάντι. «Έχουμε γίνει άπληστοι και εγωκεντρικοί και αντιμετωπίζουμε τους άλλους ως πιθανούς εχθρούς μέχρι που βρίσκουμε κάποιον που μπορούμε να τον εκμεταλλευτούμε. Με αυτή τη νοοτροπία εστιάζουμε στις διαφορές μας και ως εκ τούτου είναι εύκολο να κάνουμε διακρίσεις και τελικά να αποκτηνωθούμε».

Και ποιο είναι τελικά το «δώρο του θυμού»; Μέσα από μια φαινομενική αντίφαση, ο Αρούν Γκάντι συνοψίζει όλη την κοσμοθεωρία του, όπως του κληροδοτήθηκε μία μέρα πριν από επτά δεκαετίες, ενώ ύφαινε λίγο βαμβάκι με τον παππού του, ο οποίος του είπε ότι «ο θυμός για τους ανθρώπους είναι ό,τι η βενζίνη για το αυτοκίνητο - σε βοηθά να προχωράς και να φτάνεις σε ένα καλύτερο μέρος». Αρκεί να τον χρησιμοποιείς σοφά. ■ 

«Το δώρο του θυμού», Αρούν Γκάντι, εκδόσεις Διόπτρα

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ