ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι σκληρές δοκιμασίες των ηρώων μεσοπέλαγα αποτυπώνουν την ανάγκη των αρχαίων Ελλήνων να εξηγήσουν τι κρύβουν τα αχαρτογράφητα νερά πέρα από τη Μεσόγειο. Και να ερμηνεύσουν τον θάνατο.

Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα,πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν: πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα  καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν  ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.

Ποιος δεν γνωρίζει την ιστορία του Οδυσσέα, που περιπλανιόταν στη θάλασσα για δέκα ολόκληρα χρόνια προτού επιστρέψει στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Σε όλη τη διάρκεια των περιπετειών του, ο Οδυσσέας υποφέρει. Ο ήλιος και το αλάτι ψήνουν το κορμί του, βασανίζεται από την πείνα, παραλίγο να πνιγεί στην καταιγίδα που προκαλεί ο οργισμένος Ποσειδώνας, γλιτώνει από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Τελικά επιστρέφει ασφαλής στον τόπο του, έχοντας όμως χάσει όλους τους συντρόφους του, για να βρει το σπίτι του κατειλημμένο από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, τους οποίους πρέπει να σκοτώσει για να ανακτήσει τον θρόνο και την οικογένειά του.


Η Σκύλλα. Λαβή χάλκινου κατόπτρου από τους Λοκρούς, 4ος αι. π.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. (Φωτογραφία: © «Η Θάλασσα – θεών, ηρώων και ανθρώπων στην αρχαία ελληνική τέχνη» εκδ. ΚΑΠΟΝ)

Παρ’ όλα αυτά, έχει την τύχη με το μέρος του και η ιστορία του έχει αίσιο τέλος. Αυτό, βέβαια, είναι ένας μύθος. Στην πραγματικότητα, οι Έλληνες ναυτικοί ρίσκαραν και την ψυχή τους μεσοπέλαγα, γιατί όποιος πέθαινε στη θάλασσα ήταν αδύνατο να έχει μια κανονική κηδεία. Γι’ αυτό λάτρευαν με όλο τους το είναι τις θαλάσσιες θεότητες και έκαναν θυσίες, με την ελπίδα να περάσουν σώοι τη θάλασσα. Όσοι δεν είχαν καταφέρει να τη διασχίσουν επιτυχώς και είχαν χάσει τη ζωή τους ήταν καταδικασμένοι να περιπλανώνται για πάντα ανάμεσα στον Επάνω και τον Κάτω Κόσμο, καθώς δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος στον Άδη. Σε παράσταση αγγείου της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου (7ος αι π.Χ.) βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες απεικόνιζαν τη σκηνή, την εποχή που η Οδύσσεια έγινε δημοφιλής: ένα τερατόμορφο ψάρι καταβροχθίζει το κεφάλι ενός άνδρα κάτω από μια αναποδογυρισμένη βάρκα, ενώ οι σύντροφοί του κολυμπούν αβοήθητοι ανάμεσα σε ψάρια μεγαλύτερα σε μέγεθος από αυτούς.

ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Γιατί να διακινδυνεύει κανείς τολμηρά θαλάσσια ταξίδια όταν οι κίνδυνοι είναι τόσο πολλοί; Τι συμβαίνει όταν θαρραλέοι –ή πολύ ανόητοι– ναυτικοί διασχίζουν τη θάλασσα; Στην ελληνική μυθολογία πολλοί ήρωες δοκιμάζονται: βρίσκονται αντιμέτωποι με φονικές καταιγίδες και ακόμη πιο φονικά τέρατα. Αλλά, πέρα από όλα αυτά, οι Έλληνες έπλασαν με τη φαντασία τους κάτι ακόμα πιο μεγαλειώδες. Στις πιο απομακρυσμένες θάλασσες, στο σημείο όπου η Μεσόγειος συναντά άγνωστα νερά, το θαλασσινό νερό γίνεται γλυκό και μεταμορφώνεται στον ποταμό Ωκεανό. Το ισχυρό ρεύμα του Ωκεανού κυκλώνει τον κόσμο – κι αυτός είναι ο λόγος που στην «Οδύσσεια» ονομάζεται «άψορρος», δηλαδή οπισθόρμηρος, γιατί επιστρέφει αιώνια στον εαυτό του. Στην ελληνική κοσμογραφία η θέση του ποταμού στην εσχατιά του κόσμου τον καθιστά σημείο συνάντησης του ουρανού –όπου κυριαρχούν οι θεοί–, της γης –όπου ζουν οι θνητοί– και του Κάτω Κόσμου, που είναι το βασίλειο των νεκρών.

Τα νερά του Ωκεανού είναι τα πιο καθαρά από όλα και χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή της αμβροσίας, του ποτού που έπιναν οι θεοί για να παραμείνουν αθάνατοι. Απαγορευόταν αυστηρά στους θνητούς να πλεύσουν σε αυτά τα θεία νερά. Ο Πίνδαρος (525-443 π.Χ.) προειδοποιεί όποιον η περηφάνια του θα τον έκανε να υπερβεί τα εσκαμμένα: η είσοδος στην επικράτεια των θεών είναι μια επικίνδυνη ύβρις, μια πράξη που κανείς θνητός που έχει σώας τα φρένας δεν θα έπρεπε να επιχειρήσει φοβούμενος τη θεϊκή οργή.
Ο Ωκεανός σηματοδοτεί το έσχατο σύνορο, το οποίο δεν επιτρέπεται να διασχίσουν οι άνθρωποι. Αν το κάνουν, δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το νόημα έχει και το σχήμα του: το ποτάμι περικυκλώνει τον κόσμο, άρα δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από αυτό, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του θανάτου. O Hσίοδος στη «Θεογονία» του αποκαλεί τον ωκεανό «πόρον Ωκεάνοιο», δηλαδή πέρασμα. Σύμφωνα με τον Ησύχιο τον Αλεξανδρέα, Έλληνα γραμματικό του 5ου αιώνα μ.Χ. ο οποίος έγραψε για τις ακατανόητες λέξεις, αυτό το πέρασμα είναι «ο αέρας στον οποίο διαφεύγουν οι ψυχές των νεκρών». Ο Ωκεανός είναι κυριολεκτικά ο δρόμος προς τη μετά θάνατον ζωή.

Η ιστορία του Οδυσσέα μοιάζει να το επιβεβαιώνει, καθώς πλέει προς την άκρη του Ωκεανού με προορισμό τον Άδη, τη γη των νεκρών. Ο σκοπός του Οδυσσέα καθώς διασχίζει το κατώφλι του θανάτου είναι να βρει τον δρόμο για το σπίτι του: δεν θέλει απλώς να επιστρέψει στη γυναίκα και στον γιο του, αλλά και στη δική του ταυτότητα ως βασιλιάς της Ιθάκης. Κάτω από τη θεϊκή καθοδήγηση της γητεύτρας Κίρκης, πηγαίνει στον Άδη και ζητά από το φάντασμα του Τειρεσία να του πει πώς θα φτάσει στο νησί του, παρά την οργή των άλλων θεών και τα εμπόδια που συναντά στον δρόμο του. Και τελικά, ο Οδυσσέας γυρίζει από τον Άδη. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Τειρεσία, διασχίζει ξανά τη θάλασσα και μετά από πολλές περιπέτειες φτάνει στην Ιθάκη. Όχι μόνο λοιπόν επέστρεψε ζωντανός από το βασίλειο των νεκρών, αλλά και γεμάτος γνώσεις και πληροφορίες στις οποίες δεν έχουν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί. Όπως του λέει το φάντασμα της μητέρας του κατά την επίσκεψή του στον Άδη, έχει πια δει τι απαγορεύεται ακόμα και να κοιτάξουν οι ζωντανοί. Και στην πραγματικότητα, όταν αυτές οι περιπέτειες τελειώνουν, ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη μέσω ενός λιμανιού αφιερωμένου στον Φόρκυ, τον γιο του Ωκεανού και της Τηθύος, ενός Γέροντα της Θάλασσας που είχε την ικανότητα να αλλάζει μορφή όποτε το επιθυμούσε και γνώριζε την αλήθεια των πραγμάτων.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΗΣ

Και άλλοι μυθικοί ήρωες καταφεύγουν στις θαλάσσιες θεότητες. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Μενέλαος χάνεται στη θάλασσα κατά την επιστροφή του από την Τροία και ζητά συμβουλές από τον Πρωτέα για να βρει τον δρόμο του. Αφού κάνει υπομονή, καθώς ο διστακτικός να τον βοηθήσει Γέροντας μεταμορφώνεται σε ζώα, νερό και φωτιά, μαθαίνει πώς να κερδίσει την εύνοια των θεών ώστε να γυρίσει ασφαλής στην πατρίδα του, τη Σπάρτη. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι μαθαίνει από τον Πρωτέα ότι πολλοί από τους συντρόφους του είναι νεκροί: χάθηκαν στη θάλασσα, τιμωρούμενοι για τα εγκλήματά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως, ο Πρωτέας τον διαβεβαιώνει ότι εκείνος δεν θα έχει την ίδια φρικτή μοίρα και πως θα πάει στις Νήσους των Μακάρων μετά τον θάνατό του, για να ζήσει εκεί ευτυχισμένος έως την αιωνιότητα. Όπως ο Οδυσσέας που παίρνει μια γεύση από τη μετά θάνατον ζωή κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του πέρα από τη θάλασσα, ο Μενέλαος παίρνει από τον Πρωτέα τη γνώση που αναζητούν οι άνθρωποι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα «τι συμβαίνει αφού πεθάνουμε;».

Τι θα γινόταν όμως αν κάποιος κατάφερνε να νικήσει τον θάνατο; Στην ελληνική μυθολογία το καταφέρνει μόνο ο Ηρακλής, έχοντας μάλιστα υποφέρει αφάνταστα. Ο Ηρακλής πρέπει να πολεμήσει τους εσωτερικούς του δαίμονες: ως γιος του πατέρα των θεών Δία και μιας θνητής, της Αλκμήνης, έχει απίστευτη σωματική δύναμη που ξεπερνά οποιουδήποτε ανθρώπου. Μια μέρα, η Ήρα, η οποία τον ζήλευε, τον τρέλανε με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Για να εξιλεωθεί για το έγκλημά του, η Ήρα –μέσω του Ευρυσθέα– του αναθέτει να πραγματοποιήσει μια σειρά από δοκιμασίες (έχοντας στο μυαλό της ότι θα σκοτωθεί σε κάποια από αυτές). Αφού σκοτώνει τέρατα και ληστές, λαμβάνει την εντολή να εκτελέσει έναν άθλο που φαινόταν ακόμα πιο ακατόρθωτος: να πάρει το φρούτο της αθανασίας από το Νησί των Εσπερίδων, στην άκρη του Δυτικού Ωκεανού. Πώς φτάνει όμως κανείς εκεί; Οι Εσπερίδες είναι οι κόρες του Άτλαντα, του Τιτάνα που κρατάει τον ουρανό στους ώμους του, και ζουν στο σημείο όπου συναντιούνται γη, θάλασσα και ουρανός. Ο Ηρακλής ξεκινά ρωτώντας τον Νηρέα κι εκείνος του εξηγεί πώς να πάει.

Σύμφωνα με την εναλλακτική εκδοχή του μύθου, που αναφέρει ο Στησίχορος (630-555 π.Χ.), ο Νηρέας προσφέρει στον Ηρακλή το κύπελλο του θεού Ήλιου, ενώ κατ’ άλλους ο Ηρακλής παίρνει το κύπελλο απειλώντας τον θεό με τα βέλη του. Το κύπελλο διαθέτει μαγικές ιδιότητες: μεταφέρει τον Ήλιο γύρω από τον Ωκεανό κάθε βράδυ – από τη Δύση έως την Ανατολή. Έτσι, ο Ηρακλής ταξιδεύει ακολουθώντας το θεϊκό μονοπάτι μέχρι το τέλος της νύχτας και μέσα από το ίδιο τον θάνατο. Στον δρόμο για το Νησί των Εσπερίδων ο Ηρακλής σκοτώνει τον τρισώματο Γηρυόνη και τον δικέφαλο σκύλο του Όρθρο, στην Ερύθεια, το κόκκινο νησί, πιθανώς ονομαζόμενο έτσι επειδή βρίσκεται στα δυτικά προς το ηλιοβασίλεμα. Ο Ηρακλής νικά επίσης τον τρομερό Γήρα, γιο της Νύχτας, την προσωποποίηση του γήρατος.


Ο Ηρακλής παλεύει με τον Τρίτωνα και οι Νηρηίδες χορεύουν. Εσωτερικό μελανόμορφης κύλικας (500 π.Χ.). Ταρκίνια, Museo Nazionale Archeologico.
(Φωτογραφία: © «Ελληνική Μυθολογία: Οι θεοί», Εκδοτική Aθηνών)

Τέλος, στο σταυροδρόμι ζωής και θανάτου κατεβαίνει στον Άδη, όπου αιχμαλωτίζει τον τρικέφαλο Κέρβερο, αδερφό του Όρθυ. Σε μια αρχαϊκή λήκυθο, ένα αγγείο λαδιού που προσφερόταν συχνά στους νεκρούς, απεικονίζεται ο Ηρακλής να ψήνει κρέας από θυσία, πάνω από τη σπηλιά όπου παραμονεύει ο Κέρβερος, ενώ οι θολές μορφές της Αυγής και της Νύχτας αιωρούνται πάνω από το άρμα του θεού Ήλιου. Ο καλλιτέχνης της εποχής ήθελε να τονίσει εμφατικά το ακριβές σημείο στο οποίο έλαβαν χώρα τα ανδραγαθήματα του Ηρακλή, στο σταυροδρόμι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Στο τέλος, ο Ηρακλής φτάνει στους Κήπους των Εσπερίδων, στο άκρο της Δύσης, και παίρνει τους καρπούς της αθανασίας, οι οποίοι θα του εξασφαλίσουν μια θέση στον Όλυμπο και θα τον συμφιλιώσουν με την Ήρα. Ο γάμος του με την όμορφη Ήβη, θεά της νιότης, είναι η τελική απόδειξη της νίκης του επί της θνητότητας.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Αλλά οι Έλληνες ήταν σπουδαίοι ναυτικοί – δεν θα ήξεραν ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, μετά την οικεία ακτογραμμή της Μεσογείου; Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Ωκεανός αποτελεί επινόηση του Ομήρου και η ύπαρξή του δεν μπορεί να αποδειχθεί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης ότι τον 7ο αιώνα π.Χ. ναυτικοί από τη Φώκαια διέσχισαν τα στενά του Γιβραλτάρ, γνωστά τότε ως Ηράκλειες Στήλες, στη μνήμη του ήρωα που πέρασε από αυτές για να φτάσει στον Ωκεανό. Μέσα στους αιώνες, Έλληνες και Καρχηδόνιοι ναυτικοί εξερεύνησαν τον Ατλαντικό νότια, μέχρι τη σύγχρονη Γκάνα, και βόρεια έως τις Βρετανικές νήσους, σε μια σειρά ταξιδιών που στόχο είχαν την επέκταση του εμπορίου. Ένας από αυτούς τους διάσημους ναυτικούς, ο Πυθέας της Μασσαλίας, έπλευσε στη βορειοδυτική Ευρώπη, φτάνοντας πιθανόν μέχρι την Ισλανδία, γύρω στο 325 π.Χ. Έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Στον Ωκεανό», του οποίου δυστυχώς σώζονται μόνο αποσπάσματα, παρά τη μεγάλη δημοφιλία του στην αρχαιότητα. Αναφέροντας τον ιστορικό Πολύβιο, ο Στράβων κακολογεί τον Πυθέα, λέγοντας ότι ο ισχυρισμός του ότι επισκέφθηκε τη βόρεια ακτή της Ευρώπης έως τα «σύνορα του κόσμου» είναι ένα γελοίο ψέμα που δεν θα το πίστευε, ακόμα και αν του το έλεγε ο ίδιος ο Ερμής!


Ο Ποσειδώνας στον θρόνο του με τον γιο του Θησέα και μια Νηρηίδα. Αττικός κρατήρας, Παρίσι, Cabinet des Medailles. (Φωτογραφία: «Ελληνική Μυθολογία: Tρωικός πόλεμος», Εκδοτική Αθηνών. Myths, Εκδ. Abrams

Ο Πυθέας περιγράφει τα σύνορα του κόσμου ως ένα μέρος στο οποίο δεν υπάρχει αέρας, θάλασσα ή στεριά, αλλά ένα μείγμα και των τριών, η σύσταση του οποίου παραπέμπει στο σώμα της μέδουσας και γι’ αυτό εκεί δεν μπορεί ούτε να πλεύσει κανείς με σκάφος ούτε να περπατήσει. Αναμφίβολα, αυτό που περιγράφει ο Πυθέας είναι ένα κομμάτι πάγου που επιπλέει στο νερό – φαινόμενο συχνό σε αυτές τις περιοχές. Αντίστοιχα, ο Πυθέας επισημαίνει τη διαφορά στις ώρες ηλιοφάνειας στα συγκεκριμένα γεωγραφικά πλάτη συγκριτικά με τη Μεσόγειο. Ωστόσο, και οι δύο αυτές παρατηρήσεις παραπέμπουν σε αρχαίους μύθους για τον Ωκεανό και την άκρη του κόσμου, ιδιαίτερα μάλιστα στις ιστορίες που αφορούν τις εναλλαγές ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι στον Ωκεανό. Οι λέξεις που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ο Πυθέας αποκαλύπτουν τον βαθμό στον οποίο τον επηρέασε ο μύθος, καθώς ο Πίνδαρος χρησιμοποιεί παρεμφερείς όρους όταν γράφει ότι δεν γίνεται να διασχίσει κάποιος τον Ωκεανό ούτε με πλοίο ούτε με τα πόδια, ενθυμούμενος την πτήση του ήρωα Περσέα πάνω από την άκρη του κόσμου. Μια παρόμοια διαδικασία συναντάμε και στο έργο του διάσημου γεωγράφου Κλαύδιου Πτολεμαίου (περί το 150 π.Χ.), ο οποίος τοποθετεί το νησί των Εσπερίδων σε γεωγραφικό πλάτος 0 στο κατά τα άλλα πολύ προσεκτικά διαρθρωμένο βιβλίο του, βασισμένο στην επιστημονική παρατήρηση.

Τι σημαίνουν λοιπόν όλες αυτές οι ιστορίες; Για ποιο λόγο οι επιστήμονες και οι εξερευνητές να λάβουν υπόψη τους μύθους; Τι σημαίνει το γεγονός ότι οι Έλληνες φαντάζονταν ότι οι γενναίοι ήρωές τους θα πάλευαν με τον ίδιο τον θάνατο αν διέσχιζαν τον Ωκεανό; Οι γεωγραφίες του μυαλού εικονογραφούν την ανθρώπινη κατανόηση του κόσμου. Οι Έλληνες που αφηγήθηκαν αυτές τις ιστορίες θεωρούσαν ότι τους περικυκλώνει ο θάνατος από παντού και πως είναι καταδικασμένοι σε αιώνια μετά θάνατον ζωή στον ζοφερό Άδη. Παρ’ όλα αυτά όμως, πίστευαν επίσης ότι, παρά τη ζοφερή πραγματικότητα, οι άνθρωποι πάντα θα αναζητούσαν πρότυπα σε αυτούς τους σπουδαίους ήρωες που υπερέβησαν τη θνητότητά τους και ανακάλυψαν τα θαύματα που κρύβονται σε έναν αόρατο κόσμο πέρα από τον δικό μας.

* H Marie-Claire Beaulieu είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Τufts University. Το βιβλίο της «The Sea in the Greek Imagination» κυκλοφορεί από τις εκδ. University of Pennsylvania Press.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ