ΚΟΣΜΟΣ

Οι πρωταγωνιστές και το χρονικό της ιταλικής κρίσης

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Τζουζέπε Κόντε και Σέρτζιο Ματαρέλα. Η σχέση του νέου πρωθυπουργού της Ιταλίας με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας πέρασε από χίλια κύματα μέχρι την ορκωμοσία της κυβέρνησης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πώς έφθασε η Ιταλία να έχει σε διάστημα μιας εβδομάδας τρεις πρωθυπουργούς, τον εντολοδόχο Τζουζέπε Κόντε, που παραιτήθηκε την Κυριακή διαμαρτυρόμενος για το προεδρικό «βέτο» στον υπουργό Οικονομικών Σαβόνα, αλλά επανήλθε την Παρασκευή, τον Κάρλο Κοταρέλι, που έλαβε εντολή σχηματισμού μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών η οποία δεν γεννήθηκε ποτέ και τον Πάολο Τζεντιλόνι, που συνέχιζε εν τω μεταξύ να ασκεί τα καθήκοντά του ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός; Πώς έγινε τόσο εξόφθαλμη η σύγκρουση δύο αντίρροπων δυνάμεων, της λαϊκής βούλησης, όπως εκφράστηκε στις κάλπες της 4ης Μαρτίου και της κυριαρχίας των μηχανισμών οικονομικής εξουσίας, όπως εκφράστηκε με την άνοδο του κόστους δανεισμού και την πτώση του χρηματιστηρίου;

Οι ρίζες της πολιτικής και θεσμικής κρίσης που εκδηλώθηκε την εβδομάδα που πέρασε είναι πολύ βαθιές, αλλά ας θεωρήσουμε ως σημείο αφετηρίας τον Δεκέμβριο του 2016 και το δημοψήφισμα που προκήρυξε ο τότε πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι με θέμα τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ο κεντροαριστερός Ρέντσι έχασε, υποχρεώθηκε να τηρήσει την υπόσχεση της παραίτησης και έμεινε να καθοδηγεί το κυβερνητικό όχημα από το πίσω κάθισμα, με το αξίωμα να περνά στον ώς τότε υπουργό Εξωτερικών Τζεντιλόνι. Η ήττα στο δημοψήφισμα ήταν ένα πρώτης τάξεως καμπανάκι όχι μόνο για τον Ρέντσι αλλά και για το σύνολο των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων που είχαν στηρίξει το «Ναι». Αν η Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν σε θέση να μεταρρυθμιστεί προκειμένου να ανακόψει την άνοδο των ακροδεξιών και λαϊκιστικών δυνάμεων στην Ιταλία, εκείνη ήταν η στιγμή να το πράξει. Αντ’ αυτού, επελέγη ένα ανόητο παιχνίδι καθυστερήσεων, με την ελπίδα ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια θα έχει εκτονωθεί ώς το 2018, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Ετσι φθάσαμε στον πολιτικό σεισμό της 4ης Μαρτίου, με την ανάδειξη του Κινήματος 5 Αστέρων σε πρώτο κόμμα (32%) και την ανάδειξη της Λέγκας του Βορρά σε πρώτη δύναμη του συνασπισμού της Κεντροδεξιάς (17% η Λέγκα, 36% η Κεντροδεξιά συνολικά). Επειτα από περίπου έναν μήνα διερευνητικών επαφών υπό τον πρόεδρο Ματαρέλα, διεφάνη η πρώτη ελπίδα σχηματισμού κυβέρνησης ανάμεσα στο Δημοκρατικό Κόμμα και στο Κίνημα 5 Αστέρων. Τα σενάρια ενταφιάστηκαν με παρέμβαση του Ρέντσι, ο οποίος τυπικά παρέδωσε την ηγεσία του κόμματος μετά το νέο εκλογικό ράπισμα αλλά συνέχισε να κρατάει τα ηνία. Ακολούθησαν παράλυση και σενάρια νέας προσφυγής στις κάλπες στα τέλη Ιουλίου, μια προοπτική που δυσαρεστούσε κυρίως τη Λέγκα, δεδομένου ότι οι ψηφοφόροι της βρίσκονται κατά βάση στον ιταλικό Βορρά, ο οποίος τέλη Ιουλίου είναι έρημος λόγω διακοπών. Αντιθέτως, ο Νότος, όπου συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των ψηφοφόρων των 5 Αστέρων σφύζει από ζωή λόγω και της επιστροφής όσων εργάζονται ή σπουδάζουν στον Βορρά. Διαφορετικοί ήταν οι υπολογισμοί σε περίπτωση εκλογών τον Σεπτέμβριο, με τη Λέγκα να ετοιμάζεται για σημαντικά εκλογικά κέρδη, κυρίως εις βάρος των άλλων δεξιών δυνάμεων.

Παράλληλα, με τις τακτικές απειλές για προσφυγή στις κάλπες, οι επικεφαλής των δύο κομμάτων, Λουίτζι ντι Μάιο και Ματέο Σαλβίνι βρίσκονταν σε όλο και συχνότερη επικοινωνία, ενώ η εξέλιξη που τους επέτρεψε να μετατραπούν σε κυβερνητικούς εταίρους ήρθε στις αρχές Μαΐου με την άρση των αντιρρήσεων του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο τελευταίος αναθεώρησε την προηγούμενη θέση σύμφωνα με την οποία η Κεντροδεξιά κατέβηκε στις εκλογές ως συνασπισμός και θα κυβερνήσει μόνο ως συνασπισμός. Δεν είναι σαφές τι είδους ανταλλάγματα ή διαβεβαιώσεις πήρε από τον Σαλβίνι, με τον οποίο διατηρεί πολλούς ανοικτούς διαύλους, πάντως ο πολιτικός του υπολογισμός είναι ότι θα ενισχυθεί από την αποτυχία της νέας κυβέρνησης. Παρότι οι νέες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το κόμμα του σε κάθετη πτώση (μόλις 8%), ο Μπερλουσκόνι συνεχίζει να τρέφει ελπίδες πολιτικής επανόδου, ιδίως εφόσον, μέσα στον κουρνιαχτό της πολιτικής κρίσης πέρασε απαρατήρητη η δικαστική απόφαση που του επιτρέπει να διεκδικήσει ξανά αιρετό αξίωμα.

Οι «θυσίες»

Το κυβερνητικό πρόγραμμα των 5 Αστέρων και της Λέγκας αρχικά περιελάμβανε στοιχεία που ενοχλούσαν τις Βρυξέλλες, όπως το «πάγωμα» του ιταλικού χρέους που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τα στοιχεία αυτά αφαιρέθηκαν, όπως αργότερα θυσιάστηκε και ο υπουργός Οικονομικών Πάολο Σαβόνα, ο οποίος ήταν της άποψης ότι η Ιταλία πρέπει να είναι έτοιμη για το ενδεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας ασκεί το συνταγματικό δικαίωμα της απόρριψης διορισμού υπουργού. Το ίδιο είχε συμβεί όταν ο Μπερλουσκόνι είχε προσπαθήσει να διορίσει τον υπόδικο για σχέσεις με τη μαφία Τσέζαρε Πρέβιτι στο αξίωμα του υπουργού Δικαιοσύνης αλλά και όταν ο κεντροαριστερός Ματέο Ρέντσι επέλεγε την κυβερνητική του ομάδα. Απλώς, ο διορισμός του Πιερ Κάρλο Παντοάν ως υπουργού Οικονομικών είχε παρουσιαστεί ως επιλογή του Ρέντσι, ενώ στην περίπτωση Σαβόνα τα εμπλεκόμενα πολιτικά κόμματα δεν έμειναν σιωπηλά, αλλά μίλησαν για συνταγματικό πραξικόπημα.

Μέσα σε λίγες ημέρες, τα 5 Αστέρια πέρασαν από τους επαίνους προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας στην απαίτηση να καθαιρεθεί από το αξίωμά του και πάλι πίσω στον ρόλο του συνομιλητή του προεδρικού μεγάρου. Αλλά και για τον Σαλβίνι, η υποχρεωτική απόσυρση του Σαβόνα παρά τις αρχικές μεγαλόστομες δηλώσεις («δεν θα αλλάζει ένας υπουργός της ιταλικής κυβέρνησης κάθε φορά που κάποιος ξυπνάει στραβά στο Παρίσι ή στο Βερολίνο») συνιστά σαφή ήττα, την οποία πιθανώς σκοπεύει να μετριάσει στα μάτια των υποστηρικτών του επικεντρωνόμενος στον ρόλο του απηνή διώκτη προσφύγων, μεταναστών, ακόμη και Ιταλών τσιγγάνων, από το αξίωμα του νέου υπουργού Εσωτερικών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ