ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΟΚΟΠΑΚΗΣ*

Η ιταλική κρίση, ευκαιρία παραδοχής της ελληνικής αδυναμίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​προληπτική πιστωτική γραμμή έχει αναχθεί σε ζήτημα πολιτικής ταυτότητας. Ο μνημονιακός τη θέλει, ενώ ο εθνικά υπερήφανος, όχι. Η κυβερνητική προπαγάνδα έχει ανάγκη αντιμνημονιακού πλαισίου – ύστερου έστω. Η κυρίαρχη αφήγηση είναι: «καθαρή έξοδος» και ανάκτηση του ελέγχου του προϋπολογισμού. Οι δεσμεύσεις στο συμπληρωματικό μνημόνιο βεβαιώνουν πως το μόνο που δεν ανακτάται είναι ο «εθνικός έλεγχος». Oλα αυτά για να αποκρυφθεί η απάντηση στο πραγματικό ερώτημα: είναι σε θέση η Ελλάδα να σταθεί αυτόνομη στα πόδια της;

Η κυβερνητική πολιτική βασίστηκε σε δύο πυλώνες: υπερ-πλεονάσματα και μαξιλάρι εξόδου. Τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα έχουν μια παγκόσμια πρωτοτυπία: αυξάνουν το χρέος! Με καταγεγραμμένα τα θηριώδη πλεονάσματα της διετίας 2016-17, το χρέος αντί να μειωθεί κατά 2,5 δισ. ευρώ, αυξήθηκε κατά 11 δισ. Η κατάσταση συνεχίζεται και το 2018. Βρισκόμαστε μακράν του σημείου στο οποίο έχει έννοια η «ανάκτηση του προϋπολογισμού». Επιπροσθέτως, υπάρχει η ανάγκη ικανοποίησης των απαιτήσεων πληρωμής χρεολυσίων. Εδώ έρχεται το μαξιλάρι εξόδου: ένα βουνό κεφαλαίων ώστε να μη χρεοκοπήσει η χώρα μέχρις ότου ανακτήσει πλήρη πρόσβαση στις αγορές.

Στις άλλες μνημονιακές χώρες, το μαξιλάρι ήταν ασφαλιστήριο για περιπτώσεις διεθνούς οικονομικής αναταραχής ή κερδοσκοπικής επίθεσης – φτιάχτηκε αφού είχε αποκατασταθεί η πρόσβαση στις αγορές. Υπό κανονικές συνθήκες δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιηθεί. Αντιθέτως, το ελληνικό μαξιλάρι θα απομειούται όσο περνάει ο καιρός – ειδικά το 2019 που θα είναι εξαιρετικά απαιτητική χρονιά. Υπό κανονικές συνθήκες, θα χάνει την ασφαλιστική του αξία μήνα με τον μήνα. Με το ξέσπασμα της ιταλικής κρίσης, το ΥΠΟΙΚ διέρρεε πως δεν υπάρχει πρόβλημα: θα προστεθούν άλλα 10 δισ. να καλυφθεί και το 2021. Με τις πρόσθετες ανάγκες για το έτος αυτό να είναι μόνο 4,2 δισ., το ΥΠΟΙΚ χρειάζεται δυόμισι φορές κάλυψη για να τα βγάλει πέρα, αναδεικνύοντας πόσο κακή επιλογή «ασφαλιστικού συμβολαίου» έχει κάνει.

Με την απομάκρυνση για πολλούς μήνες της προοπτικής εξόδου στις αγορές, μόνοι «τροφοδότες» του μαξιλαριού είναι ο ESM και οι φορείς του Δημοσίου. Με δεδομένο το ύψος συμμετοχής του ESM, το μαξιλάρι στραγγαλίζει την οικονομία και διαλύει το κοινωνικό κράτος, προσφέροντας αμφίβολης αποτελεσματικότητας ασφάλιση. Ενώ οι ανάγκες μέχρι τέλους 2019 είναι περίπου 11 δισ. ευρώ, τόσο η Κομισιόν όσο και διεθνείς οίκοι βλέπουν ως ανεπαρκές το προγραμματιζόμενο μαξιλάρι των 20 δισ. Εγείρονται επιπλέον ενστάσεις για την εξάρτηση του μαξιλαριού από βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

Τα παραπάνω απαντούν στο αρχικό ερώτημα: η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να σταθεί αυτόνομα στα πόδια της χωρίς προστασία. Οι εξελίξεις με την ιταλική κρίση απλώς το επιβεβαιώνουν. Η κυβερνητική απάντηση είναι «μεγαλύτερο μαξιλάρι» – παραδοχή αδυναμίας, ατελέσφορη πολιτική.

Η προληπτική γραμμή στήριξης δεν είναι απλό υποκατάστατο του μαξιλαριού. Για κάθε επιχείρηση, μια πιστοληπτική γραμμή μπορεί να ανακυκλώνεται, να παρέχει εγγύηση χωρίς ανάλωση κεφαλαίου και πολλά άλλα. Στο «ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης» παντού κυριαρχεί η μόχλευση κεφαλαίων – όμως για το δίχτυ ασφάλειας της χώρας η μόχλευση δεν συζητείται καν!

Τα διαθέσιμα κεφάλαια για τη μεταμνημονιακή περίοδο είναι πάνω από 40 δισ. ευρώ – 27 δισ. που «περισσεύουν» από το τρίτο πρόγραμμα, τα 2 δισ. που αποπλήρωσε η ΕΤΕ (από την ανακεφαλαιοποίηση του 2015), 10 δισ. η συμμετοχή του ESM στο μαξιλάρι, 4,3 δισ. η μαγιά από τις εκδόσεις ομολόγων και 1,6 δισ. της (ευκταίας) συμμετοχής του ΔΝΤ. Η ιταλική κρίση είναι ευκαιρία, για παράταση του μνημονίου, για την ολοκλήρωση των δεσμεύσεων, για τη βελτίωση της ελληνικής αξιοπιστίας. Κυρίως όμως για τον, από κοινού με τον ESM, σχεδιασμό του αποτελεσματικότερου σχήματος προστασίας της χώρας και καθοδήγησής της στα βαθιά νερά των αγορών. Παράδειγμα: ένας μηχανισμός εγγυοδοσίας με συμμετοχή του ESM, καλύπτει ανάγκες εξόφλησης χρεολυσίων με ένα κλάσμα της αξίας τους, ρίχνοντας και τα επιτόκια των αγορών – το μαξιλάρι ως «ασφαλιστήριο», απαιτεί περίπου τα διπλάσια των αναγκών. Εξόφληση των βραχυπρόθεσμων δανείων προσφέρει ένεση ρευστότητας στην οικονομία, πολλαπλάσια αυτής που θα δώσουν οι τράπεζες. Κατά την παράταση, μπορεί να διευθετηθεί σειρά άλλων ζητημάτων: ελαφρύνσεις χρέους, εάν και τι ύψους πρόσθετη ασφάλεια απαιτείται, βέλτιστη κατανομή διαθεσίμων κεφαλαίων.

Oλα δείχνουν πως ο εξορκισμός της προληπτικής γραμμής πίστωσης ήταν επιλογή των δανειστών – μέχρι πρόσφατα μόνον οι υπερεθνικοί οργανισμοί ΕΚΤ και ΔΝΤ είχαν τοποθετηθεί θετικά. Η ιταλική κρίση φέρνει την επιλογή στο τραπέζι. Πρέπει να γίνει με τους δανειστές η συζήτηση που δεν έγινε. Μετά την παραδοχή της αδυναμίας της Ελλάδας για αυτόνομη πορεία, να μπουν στο τραπέζι όλοι οι διαθέσιμοι πόροι και να εξετασθούν οι εναλλακτικές επιλογές.

Η πολιτική αντιδικία του ύστερου αντιμνημονιασμού δεν προσφέρει κάτι. Της επιλογής του ασφαλιστικού μηχανισμού προηγείται η αναγνώριση της ελληνικής αδυναμίας. Το πιθανότερο είναι πως η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου δεν θέλει να υπηρετήσει την πολιτική της σωφροσύνης και της λογικής – ίσως και να μην μπορεί. Αυτό όμως είναι πρόβλημα του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες από την αντιπολίτευση.

* Ο κ. Γιώργος Προκοπάκης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, πρώην καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ