ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Το γιαούρτι και το μαχαίρι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οποιος καεί με τη μολότοφ καταδικάζει και το γιαούρτι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Α​​νεξάρτητα από το πολιτικό της πρόσημο, η βία προκαλεί απέχθεια ή έστω αμηχανία σε έναν δημοκράτη. Ο λόγος είναι απλός. Καταστατική αρχή της δημοκρατίας είναι η πίστη στον λόγο: τις πολιτικές μας διαφορές τις λύνουμε με τον λόγο, όχι με το ξίφος.

Η πράξη, όμως, διαφέρει από τη θεωρία. Οπως το γεγονός ότι το κράτος δικαίου ενεργεί, κατ’ αρχήν, θεσμικά δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν περιστάσεις που δεν το κάνει, έτσι και η βία, ενώ δεν θα έπρεπε να υπάρχει καταστατικά, υφίσταται εμπειρικά. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τα λογικά-θεσμικά σχήματα με τα οποία την προσεγγίζουμε.

Οι φιλελεύθεροι τείνουν να αντιμετωπίζουν τη βία φορμαλιστικά-δεοντολογικά. Αναγνωρίζουν μεν ότι δεν είναι όλες οι μορφές βίας το ίδιο, αλλά προσπερνούν τις εννοιολογικές διακρίσεις για να καταδικάσουν τη βία σε αξιακό-θεσμικό επίπεδο. «Δεν λέω βέβαια ότι το γιαούρτι με το μαχαίρι είναι το ίδιο, αλλά η βία είναι βία», σχολίασε πρόσφατα ο Παύλος Τσίμας.

Οι κυβερνητικοί αριστεροί επιμένουν στις διακρίσεις μεταξύ μορφών βίας, αλλά συγχέουν τη ιδιότητα του κυβερνήτη με αυτή του σχολιαστή. Εφόσον η βία του «Ρουβίκωνα» είναι μόνο «ακτιβιστική» δεν αποτελεί πρόβλημα. «Αλλο πράγμα το γιαούρτι, άλλο πράγμα το μαχαίρι», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δ. Τζανακόπουλος.

Το γιαούρτωμα όντως διαφέρει από το μαχαίρωμα, όπως σε μια συνομιλία το στιγμιαίο χτύπημα του χεριού στο τραπέζι διαφέρει από τον προπηλακισμό ή τη χειροδικία. Κατ’ ελάχιστον, η βία είναι μια επιθετική εξω-γλωσσική κίνηση σε ένα γλωσσικό παιχνίδι. Το ερώτημα είναι: είναι θεμιτή κίνηση; Με βάση την κρατούσα χονδροειδή γλώσσα συζήτησης, το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί γόνιμα. Χρειαζόμαστε ένα πλουσιότερο λεξιλόγιο.

Η Αρεντ για τη βία

Ενα τέτοιο λεξιλόγιο παρέχει η εκλεπτυσμένη σκέψη της Χάνα Αρεντ, της πιο διεισδυτικής πολιτικής φιλοσόφου του περασμένου αιώνα. Στη συλλογή δοκιμίων με τίτλο «Για τη βία» (1969) εισάγει μερικές διαφωτιστικές διακρίσεις.
Η βία έχει «εργαλειακό χαρακτήρα» λέει η Αρεντ – αποσκοπεί σε κάτι. «Οπως όλα τα μέσα, χρειάζεται πάντα κατεύθυνση και δικαιολόγηση μέσω του σκοπού που επιδιώκει». Αντιθέτως, «η ισχύς δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, καθότι είναι εγγενής στην ίδια την ύπαρξη της πολιτικής κοινότητας· αυτό που χρειάζεται είναι νομιμοποίηση. Η βία μπορεί να είναι δικαιολογήσιμη, αλλά δεν είναι ποτέ νομιμοποιημένη».

Η ισχύς είναι εγγενές στοιχείο της διακυβέρνησης. Η βία όμως δεν είναι. «Η ισχύς και η βία είναι αντίθετες· όταν η μία κυριαρχεί απολύτως, η άλλη απουσιάζει. Η βία εμφανίζεται όπου η ισχύς κινδυνεύει, αλλά αν αφεθεί να διανύσει τη διαδρομή της καταλήγει στην εξαφάνιση της ισχύος. Η βία μπορεί να καταστρέψει την ισχύ· είναι εντελώς ανίκανη να τη δημιουργήσει».

Είναι η βία ποτέ ορθολογική; Ενδέχεται να είναι, απαντά η Αρεντ. Η βία συχνά προέρχεται από την οργή, όταν λ.χ. οι άνθρωποι εξευτελίζονται, λιμοκτονούν, κ.λπ. Γιατί οργίζονται; Οταν «έχουν λόγο να υποψιάζονται ότι οι συνθήκες θα μπορούσαν να αλλάξουν, αλλά δεν αλλάζουν». Γιατί όμως προσφεύγουν στη βία και όχι αποκλειστικά στον λόγο; Διότι αντιλαμβάνονται ότι κυριαρχεί η υποκρισία, και «στην έπαρση της υποκρισίας δεν μπορεί να αντιταχθεί λογική συμπεριφορά». Γιατί; Διότι ο λόγος τότε δεν απο-καλύπτει αλλά συγκαλύπτει – η επίφαση της ορθολογικότητας εξοργίζει. «Να χρησιμοποιείς τον λόγο όταν ο λόγος χρησιμοποιείται σαν παγίδα δεν είναι “ορθολογικό”, όπως το να χρησιμοποιείς όπλο για αυτοάμυνα δεν είναι “ανορθολογικό”».

Η σκέψη της Αρεντ γίνεται ακόμα πιο λεπτεπίλεπτη: «Η βίαιη αντίδραση στην υποκρισία, όσο δικαιολογήσιμη κι αν είναι», παρατηρεί, «χάνει τον λόγο της ύπαρξής της όταν αναπτύσσει μια δική της στρατηγική με συγκεκριμένους σκοπούς. Γίνεται “ανορθολογική” τη στιγμή που “εκλογικεύεται”» – τη στιγμή, δηλαδή, που η αντί-δραση μετατρέπεται σε σχεδιασμένη, συστηματική δράση. Ποιο είναι το πρόβλημα; Αν η βία αποκτήσει στρατηγική κανονικότητα σε μια δημοκρατία, υπονομεύει την ισχύ – τους θεσμούς διακυβέρνησης της κοινότητας. Η βία είναι ορθολογική στο μέτρο που «εκδραματίζει οδυνηρά παράπονα και τα φέρνει στη δημόσια προσοχή». Αυτό συμβαίνει μόνο όταν η βία πάρει τη μορφή αυθόρμητου ξεσπάσματος, όπως λ.χ. ο Μάης του ’68 ή οι εργατικές ταραχές στις ΗΠΑ το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η βία τότε συνιστά μια αντισυμβατική (εξω-γλωσσική, εξω-θεσμική), πλην διορθωτική, κίνηση στο πολιτικό παιχνίδι – «ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει εκ νέου η ζυγαριά της δικαιοσύνης».

Τέσσερις αρχές

Δείτε πόσο γόνιμος είναι αυτός ο σύνθετος τρόπος σκέψης.

Πρώτον, δεν αφορίζει φορμαλιστικά τη βία αλλά δίνει χώρο στο αναπόφευκτο εξω-λογικό στοιχείο (την οργή), θεωρώντας το ως αντί-«λογο» στη θεσμική σκλήρυνση. Η βία είναι σαν τον πυρετό. Οταν εκδηλώνεται, αποκαλύπτει την παθολογία του πολιτικού σώματος.

Δεύτερον, η βία ουδέποτε νομιμοποιείται. Οταν μετέχεις στους δημοκρατικούς θεσμούς, είσαι υποχρεωμένος να καταδικάζεις τη βία, χωρίς υπεκφυγές, εφόσον κάθε είδους βία αναιρεί την ισχύ – τον θεσμισμένο λόγο της κοινότητας, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχες.

Τρίτον, όταν η βία αποκτήσει στοιχεία κανονικότητας (π.χ. «Ρουβίκωνας»), γίνεται ανορθολογική και επικίνδυνη. Η συστηματική χρήση της βίας καθιστά «τα μέσα υπέρτερα του σκοπού» – οδηγεί σε ένα κόσμο βίαιων συγκρούσεων, διαλύει τη θεσμισμένη ισχύ της κοινότητας.

Και τέταρτον, οι ώριμες θεσμικά κοινωνίες δεν εγκλωβίζονται στον θεσμικό φορμαλισμό, αλλά μαθαίνουν από τα βίαια ξεσπάσματα. Οι φυλετικές ταραχές στη Βρετανία και τις ΗΠΑ λ.χ. αποτέλεσαν το έναυσμα για εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Αντιθέτως, στις ανώριμες θεσμικά χώρες η βία αποτελεί έναν ακόμα λόγο διχαστικής αντιπαράθεσης. Οι πολιτικοί αντίπαλοι παγιδεύονται σε διχοτομικές απλουστεύσεις. Στερούνται σύνθετης σκέψης. Δεν μπορούν να πουν: άτεγκτοι στη βία, άτεγκτοι και σε ό,τι επιφέρει τη βία!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ